Νοικιασμένη ζωή

”Μία – δύο – τρεις – τέσσερις…” μετρούσε τις πλάκες που πατούσε στο μικρό καλντερίμι.
Ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού που το έκανε συνέχεια, από πολύ μικρή, της άρεσε να πατάει ακριβώς στο κέντρο κάθε πλάκας, ή ακριβώς στην ένωση, και μετρούσε, χωρίς να περιμένει κάπου να τελειώσει το μέτρημα, ούτε την ενδιέφερε καθόλου πόσες τελικά ήταν οι πλάκες που είχε περπατήσει.
Απλώς τις μετρούσε “…δεκαεφτά – δεκαοχτώ…”
Συνέχισε να περπατάει και, που και που, έριχνε κλεφτές ματιές στα σπίτια που περνούσε. “…τριανταδύο – τριαντατρείς…”
Σήκωσε άλλη μια φορά το κεφάλι και κοίταξε δεξιά “…τριανταοχτώ – τριανταεννιά..” είδε τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρα και την πεσμένη σκεπή “…σαραντατέσσερις – σαρανταπέντε…” προχώρησε προς την πεσμένη καγκελένια πόρτα “…πενήντα!”
Τέλος το μέτρημα.
Το βλέμα της πέρασε αργά από το κεφαλόσκαλο μέχρι το πάνω μέρος της πόρτας.
Κοίταξε μέσα. “έλα, τρέξε, έτοιμο το αυγουλάκι σου”
Είδε ένα μικρό κοριτσάκι με τεράστια γυαλιά και κοτσίδες να τρέχει από την άκρη της αυλής προς την κουζίνα, να αρπάζει από τα χέρια της γιαγιάς το αυγό που είχε μια μικρή τρύπα στο πάνω μέρος του και να το ρουφάει όπως θα έπινε κάτι από ένα ποτήρι. “Μπράβο κορίτσι μου, είπε η γιαγιά, τώρα πήγαινε να παίξεις!”
Έτριψε τα μάτια της που είχαν θολώσει για κάποιο λόγο.
Ξανακοίταξε. Δεν υπήρχε κοριτσάκι, ούτε γιαγιά, ούτε και κουζίνα, παρά μόνο μερικοί ραγισμένοι ετοιμόροποι τοίχοι…
Το βλέμμα της στράφηκε πιο αριστερά, στα άλλα δωμάτια.
“…Τον αγαπάω σας λέω…” η θεία κλαίει στο πεζούλι. Η μικρή με τα κοτσίδια κάθεται στην άλλη γωνία αμίλητη, δεν μπορεί να καταλάβει γιατί η θεία της κλαίει, και ποιος είναι αυτός που αγαπάει…
Και πάλι τίποτα. Ούτε θεία, ούτε κοριτσάκι. Πιο αριστερά, στο δίπλα δωμάτιο.
“…σήμερα γά- σήμερα γάμος γί-ι-νεταιιιι” τραγούδια αντηχούν στο σπίτι, χαρές, γέλια. Ο θειος είναι ντυμένος γαμπρός, και το κοριτσάκι δίπλα του φορά άσπρα και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της για να διακοπεί από μια κραυγή από το τρίτο δωμάτιο.
Το βλέμμα έφτασε στον τοίχο, δεν μπορεί να δει το δωμάτιο από ‘κει που είναι, μόνο ακούει.
“…Θεέ μου!!! Το παιδί μου!!!! Το παιδί μου….” Ακούει τη μαμά να πανικοβάλεται. Βλέπει το κοριτσάκι που έχει κολήσει στον τοίχο της αυλής με τα χέρια πίσω. Είναι αμίλητο. Έχει γουρλώσει τα μάτια μέσα από τα τεράστια γυαλιά και τα χείλη της τρέμουν. “Η αδερφούλα μου…” ψελίζει.
Τα μάτια τρέχουν ποτάμια…Κοιτά ξανά τον άδειο τοίχο που πριν καθόταν η μικρούλα. Το βλέμμα ακολουθεί το γείσο της μάντρας και φτάνει μπροστά της πάλι, στην καγκελόπορτα. Γυρίζει αριστερά, και χαζεύει το καλντερίμι στο τέλος του.
Ένας άγνωστος άντρας κρατά στην αγκαλιά του ένα κοριτσάκι 3 χρονών, μικροκαμωμένο και παχουλό, σαν κούκλα. Πλησιάζει και της χαμογελά. Το μωρό απλώνει το χέρι και της προσφέρει ένα φύλλο από γρασίδι.
“Αδεφούλα σ’αγαπάω” της λέει. Εκείνη δεν ξέρει τι να πει.
“Την βρήκα στον δρόμο για το 2ο δημοτικό, λέει ο άντρας, μου είπε το όνομα της και που μένει, είπε πως έφυγε από το σπίτι της γιαγιάς, κρυφά από τη μαμά της, και πάει να βρει την αδερφή της να της χαρίσει ένα λουλούδι…”
Άπλωσε το χέρι να πάρει το φύλλο, μα εκείνο διαλύθηκε στον αέρα, όπως κι ο άντρας με το μωρό….
Έμεινε να κοιτά δακρυσμένη το τέλος του δρόμου.
Ξανακοίταξε μέσα από την καγκελόπορτα.
Δεν άκουσε ούτε είδε τίποτα πια.
Μόνο ένα ερείπιο με πεσμένη σκεπή, ραγισμένους τοίχους, σάπια παράθυρα και σπασμένες πόρτες…
“το σπίτι της γιαγιάς…” σκέφτηκε.
“Πάει κι αυτό…”
Πάει κι αυτό. Ήθελε να μπει μέσα, μα η καγκελόπορτα ήταν κλειδωμένη με πολλές αλυσίδες…Προσπάθησε με κάποιο τρόπο να την παραβιάσει, αλλά ήταν αδύνατον…
“Μη με δει κανείς, σκέφτηκε, θα νομίζει πως θέλω να κλέψω, δεν είναι δικό μου το σπίτι”
Ούτε εκείνο ήταν δικό της, ούτε και κανένα.
Ακόμα κι αν τα χρόνια που έζησε και μεγάλωσε εκεί ζωντάνεψαν με μιας μπροστά της, δεν της επιτρεπόταν η είσοδος. Δεν ήταν δικό της. Ήταν νοικιασμένο.
Έριξε το βλέμμα κάτω. Πονούσε, δεν ήθελε να βλέπει. Κάθε γωνιά που αντίκρυζε η ματιά της, ήταν και ένα κομμάτι ζωής. Ο θείος Γιώργος με τα σκυλιά του, τα ξαδέρφια από την Γαλλία που την κορόϊδευαν επειδή φορούσε γυαλιά, ο συμμαθητής που έμενε στο διπλανό σπίτι και της πετούσε μηνύματα μέσα στην αυλή πάνω από την μάντρα, το σκυλί που την κυνηγούσε γύρω από την πορτοκαλιά, οι χυλοπίτες που στεγνώνανε στον ήλιο, η παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση με τις λάμπες στο πίσω μέρος, το καντηλάκι, ο μαρμάρινος νεροχύτης που δεν έφτανε κι έκανε μυτούλες, τα βιβλία με τα παραμύθια πριν κοιμηθεί, το μπαούλο με τα κεντήματα…
Ακόμη και τώρα, μεγάλη γυναίκα πια, βλέπει αυτό το σπίτι στον ύπνο της.
Τι παράξενο όμως, το βλέπει μονάχα σε όνειρα αγχωτικά, από ‘κείνα που βρίσκεσαι κάπου και ενώ γνωρίζεις καλά τον χώρο, μπαινοβγαίνεις σε δωμάτια από πολλές πόρτες ψάχνοντας να βρεις διέξοδο, μα δεν τα καταφέρνεις ποτέ.
Δεν την ένοιαζε τότε που ήταν μικρή που το σπίτι δεν ήταν δικό τους. Δεν καταλάβαινε.
Ακόμα δεν τη νοιάζει μάλλον, ποτέ δεν της άνηκε τίποτε, κι ούτε ήθελε.
Αλλά είναι εκείνες οι αναμνήσεις που την πονάνε, είναι που δεν μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη της περισσότερα από την παιδική της ηλικία.
Όσο περνάνε τα χρόνια χάνονται, όπως χάνονταν στο πέρασμα του χρόνου τα σπίτια στα οποία μεγάλωνε.
Θαρρείς και τα σπίτια της έφτιαχναν τις αναμνήσεις της, θαρρείς κι αν είχε πατρικό θα είχε και ζωή, ενώ τώρα βολοδέρνει ψάχνοντας μια διέξοδο στη ζωή της, μην έχοντας τίποτα πίσω της, παρά χαμένα νοικιασμένα σπίτια, χαμένη νοικιασμένη ζωή…
Έστρεψε το βλέμμα αλλού κι έφυγε.
Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.
Δεν ήθελε πια να θυμάται, να έχει μια τελευταία εικόνα, όπως κάνει συχνά σε ό,τι αγαπάει και αφήνει πίσω.
Συνέχισε να περπατά χωρίς να μετράει πια.
Κοίταξε τον ουρανό.
“Τουλάχιστον εσύ, είσαι πάντα εκεί” του είπε, και συνέχισε το δρόμο της.
Πολύ όμορφο Fou μου.. Με άγγιξε και με
συγκίνησε ιδιαίτερα. Ίσως γιατί μεγάλωσα σα
τσιγγανόπαιδο. Από πόλη σε πόλη, από γειτονιά
σε γειτονιά κι από σπίτι σε σπίτι, λόγω του
επαγγέλματος του πατέρα μου, που είχε
μεταθέσεις κάθε 2 ή 3 χρόνια.
Νοικιασμένα σπίτια.. και κάθε φορά να μένουν
πίσω και μαζί τους και μια μικρή ζωή.
Περίεργο πράμα η μνήμη!
Μα για μένα, είναι πια σίγουρο πως όποιο
μονοπάτι κι αν ακολουθήσει μια ζωή, οι θύμησες
δε δανείζονται, δεν ενοικιάζονται και φυσικά
δεν πωλούνται..
Καλησπέρες και φιλιά
2 Οκτωβρίου 2007 στις 4:40 μμ
Πολύ ζωντανό… Το έζησα πραγματικά!
3 Οκτωβρίου 2007 στις 3:19 μμ
epitelous….mou eleipse h grafh sou
!
3 Οκτωβρίου 2007 στις 4:58 μμ
Μου άρεσε η περιγραφικότητα σου
4 Οκτωβρίου 2007 στις 10:05 πμ
Με συγκίνησες αφάνταστα… πολύ ζωντανό, όμορφο, νοσταλγικό…
4 Οκτωβρίου 2007 στις 9:10 μμ
Καλό εφιαλτικό σκηνικό.
Το “σήμερα γάμος γίνεται” είναι πιο εφιαλτικό κι από το ψυχώ.
6 Οκτωβρίου 2007 στις 10:06 πμ
Πολύ όμορφο, και τόσο ζωντανό…όπως πραγματικά εσυ ξέρεις να γράφεις κορίτσι μου.
Αλήθεια πόσες μικρές ζωές μπορεί να κρύβει, ενα νοικιασμένο σπίτι μέσα του!!!(αν μπορούσε να μιλήσει..πόσα θα έλεγε..φαντάσου!!!)
9 Οκτωβρίου 2007 στις 5:23 μμ
Κινηματογραφική ματιά, πλούσια σε αισθητικά ερεθίσματα… Τι είπες; Πως τα λέω έτσι ψυχρά; Ναι, δίκιο έχεις… Πολύ όμορφο λοιπόν, και πολύ γλυκό, κι ας μου έδωσε ιδέες για θρίλλερ (τον αράπη κι αν τον πλύνεις…)
10 Οκτωβρίου 2007 στις 11:13 μμ
Αννίτα –>Φιλιά και σε ‘σενα Αννιτάκι – τσιγγανάκι!!!






)
philos –> το ‘ζησες, ε? Εγώ να δεις!!!!
Alexandra –> Κι εμένα μου έλειψε, την είχα ξεχάσει σε μια καφετέρια που είχε κλείσει για το καλοκαίρι
Άβατον –> thnx dear
Άγνωστη –> Όμορφο και νοσταλγικό δεν ξέρω, πάντως ζωντανό σίγουρα, είναι πραγματική ιστορία….
breath collector –> Πράγματι, αν βάλεις και τους τίτλους από τον “Όμορφο κόσμο το πρωϊ”, μη σου πω οτι ξεπερνά και τον freddy kruger…
feggarosconi –> Τίποτα δεν θα έλεγε, τα σπίτια δεν έχουνε στόμα, αν είχαν, θα ζητούσαν το νοίκι!!!
Sadmanivo –> τον αράπη κι αν τον πλύνεις, σαν τον Sadman δε θα γίνεις!!!! (κι εγώ σ’αγαπώ!!!
10 Οκτωβρίου 2007 στις 11:37 μμ
αυτο το post θα μπορουσε να λεγετε τα “ψυχοσωματικά
s.a.g.a.p.o.
της φου”
11 Οκτωβρίου 2007 στις 10:32 πμ
pwpwpw…olo filofronhseis, san poly den agaph8hkame edw mesa? Love is Real…
11 Οκτωβρίου 2007 στις 11:16 πμ
Γειά σου Φούλι,
ε, μου πήρε λίγο καιρό να διαβάσω αυτό το blog αυτό, αλλά τα κατάφερα.
Πάρα πολύ καλό πουλάκιμ, μήπως είσαι συγγραφεύς και δεν το ξέρω;
Παραείναι ζωντανό οπότε υποθέτω ότι είναι και προσωπικό.
Η εναλλαγή πραγματικότητα-ονειροπόληση είναι πάρα πολύ ωραία και κινηματογραφική όπως ανέφερε και κάποιος…
Steve
28 Μαρτίου 2008 στις 9:35 πμ