Το ασημένιο κλειδί (απόσπασμα)
Ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα των φίλων μου Keim και Sadmanivo επέλεξα ένα απόσπασμα (συγκεκριμένα την αρχή) από αυτό το πασίγνωστο διήγημα του Χ. Φ. ΛΑΒΚΡΑΦΤ , καθώς και το ίδιο ακριβώς κομμάτι στα αγγλικά (για να δείτε τη διαφορά της αίσθησης που προκαλεί η διαφορά της γλώσσας) προκαλώντας με τη σειρά μου όσους από εσάς δεν το έχετε διαβάσει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε
(Συγνώμη αν σπάω την αλυσίδα με το να μην προσκαλώ κάποιον στο παιχνίδι, αλλά αυτό τον καιρό σπάω και μερικές άλλες αλυσίδες…
)

Ο Ράντολφ Κάρτερ ήταν 30 χρονών όταν έχασε το κλειδί της πύλης των ονείρων. Πριν απ’ αυτό το γεγονός προσπαθούσε να ξεπεράσει την πεζότητα της ζωής κάνοντας νυχτερινές εκδρομές σε παράξενες και αρχαίες πόλεις πέρα απ’ το διάστημα και σε καταπληκτικές ονειροχώρες, πνιγμένες σε κήπους που βρίσκονταν κατά μήκος των αιθέριων θαλασσών (…)
Είχε διαβάσει πολλά για τη φύση των πραγμάτων που υπάρχουν και περιβάλλουν τον άνθρωπο, και είχε κουβεντιάσει γι’ αυτά με πάρα πολλούς ανθρώπους. Φιλόσοφοι που έδειξαν πραγματική προθυμία να τον βοηθήσουν, τον δίδαξαν ν’ αναζητήσει τη λογική σχέση των πραγμάτων αναλύοντας τις διαδικασίες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν τις απόψεις και τις φαντασιώσεις του. Έτσι οι απορίες του λύθηκαν και στο τέλος ξέχασε ότι ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά ένα σύστημα από εικόνες μέσα στο μυαλό, χωρίς καμιά διαφορά ανάμεσα σε αυτές που γεννιούνται από ρεαλιστικές καταστάσεις και σε ‘κείνες που προέρχονται από εσωτερική ονειροπόληση, κι ότι δεν έχει κανένα νόημα να αξιολογούμε τις πρώτες σημαντικότερες από τις δεύτερες.
Οι καταβολές αιώνων τον είχαν διαμορφώσει έτσι ώστε να τρέφει έναν δεισιδαιμονικό σεβασμό για οτιδήποτε ήταν χειροπιαστό και σωματικά υπαρκτό, υποσυνείδητα όμως, ένιωθε να ντρέπεται, γιατί αντίθετα απ’ αυτό, είχε μια τάση να πιστεύει παθιασμένα στις ονειροφαντασίες.
Σοφοί τον είχαν βεβαιώσει ότι αυτές οι απλές φαντασιώσεις του ήταν ανόητες, παιδιάστικες και πολύ περισσότερο γελοίες, γιατί αυτοί που επιμένουν να τις πιστεύουν και υποστηρίζουν ότι είναι γεμάτες από νοήματα κι ότι έχουν κάποιο σκοπο, βρίσκονται εκτός πραγματικότητας. Ο αληθινός κόσμος χάνει γι’ αυτούς τις σωστές του διαστάσεις, σκοτεινιάζει, καταστρέφεται και ο άνθρωπος παραδέρνει άσκοπα σε μια παράλογη διαδρομή που ξεκινά από ένα τίποτα για να φτάσει σ’ ένα ανύπαρκτο κάτι κι απ’ αυτό το ανύπαρκτο κάτι ξανά στο τίποτα. Μέσα σ’ αυτό τον παρανοϊκό στρόβιλο οι αληθινές επιθυμίες του και το ίδιο το πνεύμα του μπορεί για μια στιγμή να λαμπυρίσουν, αλλά στο τέλος χάνονται μέσα στο σκοτάδι.
Έτσι λοιπόν τον είχαν αλυσοδέσει στην υλική πραγματικότητα εξηγώντας του τις λειτουργίες αυτών των πραγμάτων τόσο πειστικά, ώστε στο τέλος κατάφεραν να εξαφανίσουν κάθε μυστήριο του κόσμου.(…)
Έτσι, ο Κάρτερ προσπάθησε να κάνει ό,τι και οι άλλοι. Προσποιόταν ότι τα γεγονότα της καθημερινής ζωής και τα συναισθήματα των προσγειωμένων πνευμάτων ήταν σημαντικότερα από τις φαντασιώσεις που είχαν οι σπάνιες, εξευγενισμένες ψυχές. Δε διαφωνούσε όταν προσπαθούσαν να τον πείσουν ότι ο πόνος που νιώθει ένας παγιδευμένος χοίρος ή ένας δυσκοίλιος ζευγολάτης στην πραγματική ζωή, είναι συμβάντα πολύ πιο σπουδαία από την απαράμιλλη ομορφιά της Ναράθ με τις εκατό ξυλόγλυπτες πύλες της και τους χαλκόδετους θόλους, που θυμόταν αμυδρά απ’ τα όνειρά του. Έτσι, η καθοδήγηση αυτή καλλιέργησε μέσα του προσεχτικά την αίσθηση του οίκτου και της τραγωδίας.
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη διαπίστωση, έστω και μια φορά στις τόσες, του πόσο ρηχές, ασταθείς κι ανούσιες ήταν οι ανθρώπινες εμπνεύσεις, και τα κενά, πομπώδη ιδανικά που προσποιούμαστε ότι έχουμε, σε αντίθεση με τις πραγματικές μας παρορμήσεις.
…….
The Silver Key
by H. P. Lovecraft
Written 1926
Published January 1929 in Weird Tales
When Randolph Carter was thirty he lost the key of the gate of dreams. Prior to that time he had made up for the prosiness of life by nightly excursions to strange and ancient cities beyond space, and lovely, unbelievable garden lands across ethereal seas. (…)
He had read much of things as they are, and talked with too many people. Well-meaning philosophers had taught him to look into the logical relations of things, and analyze the processes which shaped his thoughts and fancies. Wonder had gone away, and he had forgotten that all life is only a set of pictures in the brain, among which there is no difference betwixt those born of real things and those born of inward dreamings, and no cause to value the one above the other.
Custom had dinned into his ears a superstitious reverence for that which tangibly and physically exists, and had made him secretly ashamed to dwell in visions.
Wise men told him his simple fancies were inane and childish, and even more absurd because their actors persist in fancying them full of meaning and purpose as the blind cosmos grinds aimlessly on from nothing to something and from something back to nothing again, neither heeding nor knowing the wishes or existence of the minds that flicker for a second now and then in the darkness.
They had chained him down to things that are, and had then explained the workings of those things till mystery had gone out of the world. (…)
So Carter had tried to do as others did, and pretended that the common events and emotions of earthy minds were more important than the fantasies of rare and delicate souls. He did not dissent when they told him that the animal pain of a stuck pig or dyspeptic ploughman in real life is a greater thing than the peerless beauty of Narath with its hundred carven gates and domes of chalcedony, which he dimly remembered from his dreams; and under their guidance he cultivated a painstaking sense of pity and tragedy.
Once in a while, though, he could not help seeing how shallow, fickle, and meaningless all human aspirations are, and how emptily our real impulses contrast with those pompous ideals we profess to hold.
……..
(Διαβάστε τη συνέχεια εδώ)