Βρωμομπάουλο… Αντίο!!!!!

Άφησε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήθελε να το κάνει.
Το φοβόταν αυτό το παλιό μαύρο μπαούλο. Το άνοιγε μόνο όταν ήθελε να βάλει κάτι μέσα, ένα τρόπαιο ή ένα απομεινάρι, συνήθως σύμβολα με τη σφραγίδα του τέλους ενός κύκλου. Ήξερε τι είχε μέσα. Γνώριζε με λεπτομέρεια κάθε εικόνα, κάθε λέξη, κάθε υφή. Και το απέφευγε. Δεν το άνοιγε ποτέ για να θυμηθεί. Αναρρωτιόταν πολλές φορές τι στο διάολο το κουβαλάει παντού στη ζωή της, τι χρήση έχει, τι τάφος ζωής ήταν αυτός…
Ο ήχος από τους σκουριασμένους μεντεσέδες της έκοψε την ανάσα που μόλις είχε πάρει. Η μυρωδιά της μούχλας την έπνιξε.
“Κάπου εδώ θα τις έχω”, σκέφτηκε, και με σπασμωδικές κινήσεις προσπάθησε να παραμερίσει στα γρήγορα οτιδήποτε της έκρυβε τις παλιές σχολικές φωτογραφίες που της ζήτησαν για το reunion.
Τα δάχτυλα ψαχούλευαν νευρικά, τα μάτια έκαναν πως δεν έβλεπαν. Σφιγμένα χείλια και κομμένη ανάσα.
“Κοίτα” της έλεγε το μυαλό της “τα γράμματα που του έγραφες και δεν του έστειλες ποτέ”
“Κοίτα” την πίεζε “τα γράμματα που σου έστειλε”
“Κοίτα” την εκλιπαρούσε “τα ημερολόγιά σου”
“Κοίτα” συγκινήθηκε “τα παιδικά όνειρά σου”
“Κοίτα” την προκαλούσε “οι φόβοι σου, η οργή σου, τα δάκρυά σου”
“Κοίτα” της έκλεισε το μάτι “οι χαρές σου, τα πάθη σου, τα λάθη σου”
“Κοίτα” την ειρωνεύτηκε “οι καινούριες σου αρχές”
“Κοίτα” αδιαφόρησε “οι ιδεολογίες σου και η κοσμοθεωρία σου”
“Κοίτα” την πρόσταξε “ΚΟΙΤΑ!”
Έκλεισε τα μάτια. Έσφιξε τα δόντια. Πόσο θα το αποφεύγεις ακόμα? Φοβάσαι να δεις ποιά ήσουν? Ποιά είσαι?
Άνοιξε τα μάτια, κι έβγαλε έξω τις σακούλες. Είχε φροντίσει να κατηγοριοποιεί τις εποχές. Τις πήγε στο άλλο δωμάτιο κι έκατσε χάμω. Άναψε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε προς τα πίσω.
Το 2000. Χωρίς οπτικό υλικό. Μόνο λέξεις και αντικείμενα. Λέξεις, λέξεις, γράμματα. Στον εαυτό της. Σε κείνον. Εκείνος είχε πολλά ονόματα.
Το ’90. Φωτογραφίες, γράμματα, προγράμματα. Για τον εαυτό της. Για εκείνον. Εκείνος, είχε λίγα ονόματα.
Το ’80. Φωτογραφίες, ημερολόγια. Δικά της. Μόνο.
Γέλασε, δάκρυσε. Όχι πολύ. Μάλλον προσποιήθηκε περισσότερο. Άφησε. Τι νόημα έχει? Για πρώτη φορά στη ζωή της, δεν ένιωσε καμία βαθιά συγκίνηση για όσα φύλαγε τόσα χρόνια. Γιατί τό ‘κανε? Πόσο σημαντική ήταν μια μικρή ασήμαντη ιστορία, ενός ανθρώπου σαν όλους τους άλλους?
Ένας τάφος με αναμνήσεις.
Είχε πάντα την εντύπωση πως οι αναμνήσεις της θύμιζαν πως ήταν ζωντανή, είχε μια απίστευτη μανία να καταγράφει με λεπτομέρεια την καθημερινότητα, τις σκέψεις, τις ιδέες, τις αποκαλύψεις, τις αλήθειες, τις δικές της αλήθειες. Τι αλήθειες νά’ταν τούτες… Μάλλον αλήθειες ανόητες, δικές της, πράγματι, μόνο δικές της.
Κι όμως, άλλαξε. Πρώτη φορά, άφησε, αφέθηκε. Πρώτη φορά.
Ίσως και να τα πετάξει. Μυρίζουν άσχημα. Όπως κάθε τι νεκρό.
Δραπέτευσε. Δεν πόνεσε. Καθόλου. Ήταν η ώρα.
Είναι ελεύθερη.
αν σου πω ότι νοιώθω το ίδιο? Τα λέμε σε μια εβδομάδα, φιλιά.
10 Δεκεμβρίου 2010 στις 2:04 μμ