Obsessions and Dreams

Η πολυθρόνα

Κάποτε είχα μια πολυθρόνα. Όχι κάτσε. Είχα πολλές πολυθρόνες κατα καιρούς, αλλά δεν έχει νόημα να πω για όλες. Πάμε πάλι.

Κάποτε είχα μια πολυθρόνα. Ήταν μια πολύ συμπαθητική πολυθρόνα, την οποία έφερα από την πατρίδα μου, την είχα βρει σε τιμή ευκαιρίας. Ταίριαζε πολύ με τα υπόλοιπα έπιπλά μου εκείνο τον καιρό, και ήταν αρκετά άνετη. Την έβαλα σε μια περίοπτη θέση του σαλονιού μου, και περνούσα εκεί τις ώρες μου, όχι όλες όμως, για κάποιο λόγο πιανόμουν εκεί πάνω. Τέλος πάντων, δεν έδινα και πολύ σημασία στην πολυθρόνα, ήταν ένα ακόμα έπιπλο στο σαλόνι μου, ξεχωριστό βέβαια, αλλά έπιπλο.

Και περνούσε ο καιρός.

Και πάλιωνε η πολυθρόνα, όπως όλα τα έπιπλα κάποτε παλιώνουν.

Η αλήθεια είναι πως την συντήρησα αρκετά, πολλές φορές με αιματηρές οικονομίες, και δεν το έπαιρνα απόφαση να την αλλάξω. Την είχα συνηθίσει.

Και ήταν κι εκείνη η άλλη πολυθρόνα. Α, ναι, δεν την έχω αναφέρει ως τώρα, μπαρδόν.

Την έβλεπα πολλά χρόνια στη βιτρίνα, με την υπέροχη ταπετσαρία της, τα ανάγλυφα ξύλινα μπράτσα της, που είχα την εντύπωση πως έτσι και τα άγγιζα θα τα αισθανόμουν ζωντανά. Είχε και μπρούτζινα καρφιά στα τελειώματα, να δίνουν μια αίσθηση παλιού και χειροποίητου.

Καθόμουν ώρες έξω από’κείνη τη βιτρίνα και ξεροστάλιαζα, και δεν είχα σκεφτεί ποτέ ούτε καν να ρωτήσω πόσο κάνει – τέτοιο κομμάτι μάλλον πανάκριβο θα ήταν -, άσε που δεν ταίριαζε και πολύ με τα υπόλοιπα έπιπλα του σαλονιού.

Προτιμούσα να την βλέπω από τη βιτρίνα.

Και περνούσαν τα χρόνια. Με την παλιά μου πολυθρόνα στο σαλόνι, και την πολυθρόνα των ονείρων μου στη βιτρίνα.

Κάποτε, άλλαξα σπίτι. Μικρότερο, πολλά έπιπλα τα αποχωρίστηκα, πολλά τα άλλαξα. Πάει και η παλιά πολυθρόνα, την έδωσα στα μεταχειρισμένα, αν και παλιά, ήταν μια αξιοπρεπέστατη πολυθρόνα, που θα μπορούσε να στολίσει πολύ καλά ένα άλλο σαλόνι.

Και τότε το πήρα απόφαση. Δε γαμιέται, λέω, θα την πάρω. Πήγα στο μαγαζί, έριξα μια ματιά στη βιτρίνα. Χμ… Δεν μπήκα μέσα. Καθόμουν και τη χάζευα απ’έξω. Τι σου κάνει η συνήθεια… Κι έφυγα.

Και ξαναπήγα. Και ξανά. Πήγαινα αρκετό καιρό και τη χάζευα, όπως τόσα χρόνια, δεν είχε αλλάξει κάτι στην συμπεριφορά μου. Στο μυαλό μου όμως είχε. Τώρα η πολυαγαπημένη πολυθρόνα είχε θέση στο μυαλό μου, είχε υλοποιηθεί στη φαντασία μου και είχε προοπτική εμπράκτως να γίνει δικιά μου.

Αν και μου άρεσε πολύ να τη βλέπω από μακριά – δεν μπορούσα να αποφασίσω αν την ήθελα επειδή ήταν τόσο όμορφη ή επειδή δεν ήταν δικιά μου.

Με τα πολλά, σκέφτηκα πως στο καινούριο μου σαλόνι και με τα καινούρια μου έπιπλα ταιριάζει μια χαρά, και αν είναι να την αποκτήσω, δε θα την πολυζορίζω, για να κρατήσει περισσότερο και για να μην τη συνηθίσω. Αυτό είχα κατά νου τότε, τουλάχιστον.

Και το έκανα. Πήγα στο μαγαζί, κι αφού την κοίταξα πρώτα από τη βιτρίνα για να ρουφήξω για τελευταία φορά την εικόνα που είχα συνηθίσει και λατρέψει τόσα χρόνια, μπήκα, και την πήρα! Πανάκριβη ήταν, ξεπαραδιάστηκα, αλλά…

…πόσο ευτυχισμένη ήμουν που είχα πια την πολυθρόνα των ονείρων μου!!!

Την ξεσκόνιζα, την καθάριζα, την τίναζα, μα πιο πολύ απολάμβανα να χώνομαι στην αγκαλιά της, να αγγίζω τα ξύλινα μπράτσα της και να ταράσσεται το είναι μου. Όντως, ήταν σαν ζωντανά. Κάθε τι που είχα φανταστεί γι’ αυτή την πολυθρόνα είχε βγει αληθινό, δεν είχα κάνει λάθος.

Στην αρχή, φοβόμουν μέχρι και να κάτσω πάνω της. Ένιωθα τόσο άνετα και ζεστά στην αγκαλιά της, που σχεδόν δεν το άντεχα! Αλλά σιγά σιγά, συνήθισα. Άρχισα να απολαμβάνω την άνεση των μαξιλαριών της, το πόσο εφαρμοστά ταίριαζε η κοψιά της με τη φόρμα του κορμιού μου, το πόσο καλά ταιριάζανε τα χέρια μου πάνω στα ξύλινα μπράτσα της – κι ήταν τόσο ζεστά, σαν ζωντανά!

Ήμουν ερωτευμένη μ’αυτή την πολυθρόνα, την σκεφτόμουν στη δουλειά, στον δρόμο, ακόμα και τις νύχτες στον ύπνο, ήθελα να σηκωθώ και να πάω να κοιμηθώ πάνω της, ακόμα και κουλουριασμένη, αφήνωντας την άπλα και την άνεση του κρεβατιού μου. Δε βολευόμουν πάντα – έχω κι ένα θέμα με το βόλεμα – αλλά ήταν η αίσθηση που με έκανε να θέλω να κάθομαι εκεί, όχι η βόλεψη.

Στο τέλος, άρχισα να ασχολούμαι τόσο πολύ μαζί της, που μου έγινε έμμονη ιδέα. Δεν σηκωνόμουν από πάνω της, πολλές φορές πιανόταν ο κώλος μου από το καθισιό, κι όμως εγώ δεν έφευγα από’κει. Μάλιστα, είχα πλέον διαμορφώσει έτσι την καθημερινότητά μου, ωστε να μπορώ να κάνω περισσότερα πράγματα καθισμένη στην πολυθρόνα!

Η πολυθρόνα όμως, όπως κάθε έπιπλο, δεν αντέχει τόση χρήση. Στην αρχή παίρνει τη φόρμα του κορμιού σου, και νιώθεις άνετα, ξέρεις και αισθάνεσαι οτι είναι δικιά σου. Με το πολύ καθισιό όμως, λασκάρουν τα ελατήρια, ξηλώνεται η ταπετσαρία από τα καρφιά, ξεχειλώνουν οι ίνες.

Η μονάκριβη πολυθρόνα μου είχε καταντήσει ένα χάλι, κι εγώ ήμουν τόσο πολύ κολημμένη μαζί της, που δεν το έβλεπα. Είχα στο μυαλό μου την εικόνα της όπως ήταν στη βιτρίνα. Επόμενο ήταν, να μην τη συντηρώ καθόλου. Της είχα φερθεί απαίσια αυτής της πολυθρόνας, δεν την φρόντιζα καθόλου, το μόνο που με ένοιαζε ήταν να είμαι πάνω της συνέχεια. Ένιωθα ασφάλεια, στοργή, ζεστασιά, κάτι σαν τη μητρική αγκαλιά, ένα πράμα.

Μη σας τα πολυλογώ, πάει η πολυθρόνα. Μπήκε μια νύχτα κακιά ένας κλέφτης και την πήρε. Πήρε και κανα-δυο καρέκλες ακόμα – οι οποίες κι αυτές θα μου λείψουν – αλλά το τραγικό ήταν που μου πήρε την πολυθρόνα της ζωής μου.

Απαρηγόρητη, έψαχνα να βρω ποιος και γιατί μου έκανε αυτό το κακό. Έκλαιγα και χτυπιόμουν και φώναζα μέσα στο κεφάλι μου, ελπίζοντας να με ακούσει – πάντα είχα την περίεργη ιδέα οτι μπορώ να μιλάω σε ανθρώπους και ζώα με τη σκέψη μου, αλλά και να τους ακούω. Και δεν είμαι καν ινδιάνα!: “σε παρακαλώ, αυτή η πολυθρόνα είναι δικιά μου, δώστη μου πίσω, δε βλέπεις πόσο υποφέρω μακριά της? Σου υπόσχομαι, θα την φροντίζω, δε θα την παραμελώ άλλο, δε θα κάθομαι με τις ώρες πάνω της, θα αερίζω τα μαξιλάρια της και θα γυαλίζω τα μπράτσα της!”

Και ξέρετε τι έγινε????

Τίποτα!

Δεν γίνεται να μιλήσεις με την σκέψη σου σε ανθρώπους, ούτε να τους ακούσεις. Όχι αν δεν είσαι ινδιάνος!

Περίλυπη και κατεστραμένη, η ζωή μου άρχισε να σκοτεινιάζει. Πάνε οι ατελείωτες ώρες που κουλουριαζόμουν κι αφηνόμουν να με πάρει ο ύπνος, πάνε τα καθιστά μου γεύματα, οι καθιστοί χοροί μου – είπαμε, τα έκανα όλα πάνω σ’αυτή την πολυθρόνα!

Μια μέρα, πέρασα από το παζάρι. Βέβαια δεν είχα καν στο μυαλό μου να καλύψω το κενό του σαλονιού μου με άλλη πολυθρόνα, αλλά είχα το νου μου μπας και βρω καμιά ευκαιρία.

Και τι αντίκρυσαν τα μάτια μου???

Την πολυθρόνα μου!

Τη δική μου πολυθρόνα, αλλά ανανεωμένη. Συντηρημένη, ξεσκονισμένη, με ολοκαίνουρια ταπετσαρία – αλλά ίδια, ευτυχώς όποιος το έκανε βρήκε το ίδιο ύφασμα – γυαλισμένα τα καρφιά της, τα ξύλινα μπράτσα της – σαν ζωντανά τα ρημάδια!!! Ούτε ένα ελατήριο δεν περίσσευε, ούτε μια κλωστή δεν κρεμόταν. Ήταν σαν καινούρια!

Κι εγώ, άναυδη και βουρκωμένη, έκατσα να την κοιτώ και να ξεροσταλιάζω από μακριά. Όπως τότε, πριν την κάνω δικιά μου. Τη χάζευα, τη χάζευα, δεν πίστευα στα μάτια μου, δεν πίστευα και στην τύχη μου: μια τόσο όμορφη πολυθρόνα, κι εγώ κάποτε την είχα δικιά μου! (Και της φέρθηκα απαίσια, αλλά αυτό δεν το πολυλέω γιατί δεν με συμφέρει).

Και τι μου πέρασε τότε από το μυαλό? (όχι, δεν ήταν ένα μπαστούνι του γκολφ!)

“Κοίτα τι όμορφη που είναι αυτή η πολυθρόνα! Πόσο μου αρέσει να την χαζεύω και να τη θαυμάζω”. Το είχα καταλάβει: Αγαπούσα αυτή την πολυθρόνα, γιατί δεν ήταν δικιά μου, ήθελα να την βλέπω από μακριά και να την λατρεύω. Βίτσιο παιδί μου, μην το συζητάς!

Αυτή λοιπόν ήταν η τύχη της πολυθρόνας μου, και είναι μια χαρά στο νέο της περιβάλλον σας πληροφορώ. Όσο για μένα?

Δε βαριέσαι? Θα πάρω καναπέ!!! :)

Δεν επιτρέπονται σχόλια.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.