Μια φανταστική ιστορία με πολεμιστές, δασκάλους, τσιγάρα και λόξιγκα

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πολεμιστής. Δεν ξέρω πως τον έλεγαν, βάλε εσύ ένα όνομα. Αυτός ο πολεμιστής λοιπόν, περιπλανιόταν σε πόλεις, χωριά, βουνά, δάση και πλαγιές για να βρει τους κακούς και να τους ξεπαστρέψει. Είχε βρει πολλούς κατά καιρούς, άλλους τους καθάριζε και άλλοι τον έτρεπαν σε φυγή μετά από αρκετά χτυπήματα. Τέλος πάντων, είχε αρκετές νίκες στο βιογραφικό του για να μπορεί να κάνει αίτηση στην μεγάλη των πολεμιστών σχολή – ως εκπαιδευτής φυσικά.

Μια μέρα, εκεί που είχε αράξει κάτω από ένα δέντρο και έτρωγε το τόστ του, πέρασε ένας δάσκαλος. Δεν ξέρω πως τον έλεγαν τον δάσκαλο, βάλε εσύ ένα όνομα. Αυτός ο δάσκαλος λοιπόν, δεν γέμιζε και πολύ το μάτι στη δασκαλοσύνη από την όψη του, γιατί είχε μια περίεργη συνήθεια: κάθε φορά που έλεγε κάτι σοφό, είχε λόξιγκα!

Ο πολεμιστής, έστρεψε τα μάτια στον δάσκαλο και τον χαιρέτισε. Ο δάσκαλος αντιχαιρέτισε, και του είπε: «Χαλαρώνουμε, ε?»

«Ε, καιρός ήταν» είπε ο πολεμιστής, «μόλις ολοκλήρωσα με επιτυχία άλλη μια μάχη.»

«Και σαν τι μάχη ήταν αυτή ρε λεβέντη?» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Ήταν μια σπουδαία μάχη, με τον αρχηγό των σκοτεινών πλασμάτων και δαιμόνων».

«Καλός ο αντίπαλος?»

«Πολύ καλός. Νομίζω πως με αυτή τη νίκη θα ανέβω κατηγορία στα ένσημα»

«Χμ, δε σε βλέπω να καταλαβαίνεις και πολλά από τις νίκες σου! Χικ!»

«Πιωμένος είσαι?»

«Μπορεί, κάνε δουλειά σου. Άκουσες τι σου είπα μόλις?»

«Ναι.»

«Και?»

«Τι και? δεν έχει και. Μια νίκη είναι νίκη, όπως και να το κάνεις.»

«Βάζεις στοίχημα οτι δεν έχεις καταλάβει ντιπ από τις νίκες σου και τις ήττες σου? Τι σόϊ πολεμιστής είσαι εσύ… Άδικα αναλώνεις τόση δύναμη, τέτοιος αντρειωμένος άντρας!!!»

«Ναι, είμαι ο άτιμος!»

«Α! καλά! Χικ! Τι σού ‘χω, τι σού ‘χω???»

«Τι μού’ χεις?»

«Απόψε το βράδυ, να είσαι έτοιμος. Θα πολεμήσεις με ένα πολύ ισχυρό αντίπαλο, και μετά την έκβαση της μάχης  – λίγο μας νοιάζει ποια θα είναι – ξανασκέψου τι έκανες»

«Αχ! τέλεια, θα ξαναμπώ στο παιχνίδι, πως μ’ αρέσει να πολεμάω»

«Αν δεν ήσουν τόσο αντρειωμένος, θα νόμιζα ότι είσαι βλαμμένος. Χικ! Τέλος πάντων. Ότι είχα να πω το είπα, έτσι κάνουμε εμείς οι δάσκαλοι, πετάμε μια σοφία που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε και σας αφήνουμε να αναρωτιέστε. Και τώρα φεύγω. Χικ!» είπε ο σοφός δάσκαλος και απομακρύνθηκε. Ήταν μόλις μια κουκκίδα στον ορίζοντα, όταν ο πολεμιστής μονολόγησε «Α, σίγουρα πιωμένος ήταν, δεν παίζει…»

Η νύχτα έπεφτε αργά και ο πολεμιστής δεν είχε ξεχάσει την πρόκληση που τον περίμενε. Είχε αρματωθεί με την καλή του της-μάχης-φορεσιά, είχε ακονίσει τα μαχαίρια και τα βέλη του, γέμισε τη φαρέτρα του, τέντωσε το τόξο του, ξεσκόνισε την ασπίδα του, έβαψε και με 2-3 δαχτυλιές το πρόσωπό του με τα χρώματα του πολέμου, έτσι, για το εφέ.

Και περίμενε.

Και περίμενε.

Και περίμενε.

Και περνούσε η ώρα, κι αυτός περίμενε.

Και έφτασαν τα μεσάνυχτα, κι εκείνος ακόμα περίμενε.

Κατά τις 3 το βράδυ, βαρέθηκε να περιμένει, αλλά συνέχισε, πολεμιστής ήταν, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Στις 5, έπιασε τον εαυτό του να κοιμάται, γιατί ξύπνησε από το ροχαλητό του. Ανακάθισε, και ξαναπερίμενε.

Και λίγο πριν το χάραμα, εκεί που η νύχτα είναι πιο σκοτεινή, κι αφού δεν ερχόταν κανείς, λέει στον εαυτό του: «Χμ, μπούρδες έλεγε ο παππούς, πιωμένος σίγουρα ήταν, και νόμιζε ότι ήταν και σοφός δάσκαλος!!! Τζάμπα ντύθηκα γαμώτο. Δε βαριέσαι, ας στρίψω ένα τσιγάρο»

Και το έστριψε.

Κι έκατσε με πλάτη το δέντρο να απολαύσει το τσιγάρο του. Το κακό ήταν ότι το σακουλάκι του καπνού ήταν στα τελειώματα, και το τσιγάρο ήταν φτιαγμένο με τριμματάκια, με αποτέλεσμα να στάζει καύτρες συνέχεια.

«Φτου!» μονολόγησε, «πάλι έκαψα το καλσόν» (εντάξει, ήταν εναλλακτικός πολεμιστής, τουλάχιστον στο ντύσιμο, αλλά δεν μας αφορά αυτό τώρα στην έκβαση της ιστορίας).

Τίναξε τα μικρά σπινθηρίζοντα καπνάκια και πήρε άλλη μια τζούρα. Όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έπεσε πάνω στην κοιλιά του ολόκληρη η καύτρα. Πετάχτηκε επάνω ξεστομίζοντας 2 βρισιές και τίναξε την κοιλιά του με γρήγορες και πεταχτές κινήσεις.

«Αμάν! Παρανάλωμα θα γίνω όπως πάω»

Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν είχε πια την καύτρα πάνω του, ξανάναψε το τσιγάρο του, προσέχοντας αυτή τη φορά να το κρατάει κάθετα, μην ξαναστάξει. Αλλά εκείνη την ώρα, φύσηξε ένα αεράκι. Όχι δυνατό, αρκετό όμως ώστε να φουντώσει την καύτρα του τσιγάρου και να την ρίξει πάνω στα γένια του, που άρχισαν αμέσως να μυρίζουν καμμένη τρίχα. Ξαναπετάχτηκε ο πολεμιστής, χτυπώντας παλαμάκια με τα γένια του ανάμεσα, σβήνοντας ότι είχε ανάψει.

«Δεν πάμε καλά» σκέφτηκε «τι σκατά τσιγάρο έστριψα…»

Είχε απομείνει πολύ λίγο από το τσιγάρο πια. Αλλά δεν είχε και άλλο καπνό. «Άντε μωρέ, ας το ξανανάψω» σκέφτηκε, αλλά αυτή τη φορά, έξυπνος όπως ήταν, ξάπλωσε μπρούμυτα στο χώμα, στηρίχτηκε στους αγκώνες του και ευχαριστημένος με την εξυπνάδα του, είπε «ε, τώρα, στάξε, τι θα κάψεις? το χώμα, εγώ δεν είμαι από κάτω»

Τράβηξε δυο απολαυστικές τζούρες, όταν εμφανίστηκε μπροστά του εκείνη η κουκουβάγια. Παράξενο πουλί, σαν να μην τον φοβόταν, πήγε και έκατσε ακριβώς μπροστά στη μούρη του. Ο πολεμιστής, κράτησε την ανάσα του για να μην τρομάξει το πουλί, χαμογέλασε και είπε «γεια σου» (αγαπούσε πολύ τη φύση, επικοινωνούσε μαζί της, πολεμιστής ήταν, δε θά’ πρεπε?)

Η κουκουβάγια δεν έδωσε καμία απολύτως σημασία στις προθέσεις του πολεμιστή, κι αφού έκρωξε μια, άνοιξε τα φτερά της και πέταξε σε ένα δέντρο.

Από το τίναγμα των φτερών όμως, έφυγε πάλι η καύτρα από το τσιγάρο, κι αυτή τη φορά χώθηκε μέσ’ τα μάτια του.

Πετάχτηκε πάνω ο δύσμοιρος, και με κλειστά μάτια, τρίβωντάς τα με τα χέρια του, αυτοσχεδίαζε σε κίνηση και πρόζα, βρίζοντας και κουτουλώντας σε δέντρα και θάμνους. Και μια πέτρα.

«Α’ στα διάλα πια, γαμώ το τσιγάρο γαμώ!» (είπε κι άλλα, αλλά τα λογοκρίναμε)

Πέταξε το σβησμένο (εμ! δεν είχε άλλη καύτρα πάνω, έσβησε, έτσι κι αλλιώς στα τελειώματα ήταν) τσιγάρο, και αφού συνήλθε από το τσούξιμο στα μάτια, αποφάσισε να την πέσει για ύπνο, έτσι κι αλλιώς είχε αρχίσει να ξημερώνει.

Κατά τις 4 το μεσημέρι, ξύπνησε από μια απίστευτη λαχτάρα να πιει ένα ποτήρι νερό μονορούφι, και κρατούσε και την ανάσα του. Άνοιξε τα μάτια και είδε τον δάσκαλο να κάθεται απέναντί του και να τραντάζεται που και που με ρυθμικά «χικ!»

«Α! εσύ είσαι? έβλεπα στον ύπνο μου ότι είχα λόξιγκα, τώρα δεν αναρωτιέμαι γιατί»

«Δεν με ενδιαφέρει τι έβλεπες στον ύπνο σου, τα όνειρα σου είναι όνειρα ενός κοιμισμένου. Χικ! Λοιπόν, πως τα πήγες εχθές στη μάχη?»

«Ποια μάχη?» είπε γελώντας ο πολεμιστής. «Δεν ήρθε κανείς για να πολεμήσω, με κορόιδεψες»

«Κανείς?» ρώτησε με νόημα ο δάσκαλος.

«Κανένας καλέ, τι λέμε? τζάμπα περίμενα» είπε ο πολεμιστής ενοχλημένος.

«Θες να πεις οτι δεν πάλεψες εχθές?» του έκλεισε το μάτι.

«Όχι λέμε. Και σταμάτα να λες βλακείες, πάλι πιωμένος είσαι, να το προσέξεις, όλο φαντασίες έχεις και κάθομαι εγώ και σ’ ακούω» είπε ο πολεμιστής, εκνευρισμένος πλέον.

«Α, καλά. Τέλος πάντων, θα έκανα λάθος. Κέρνα ένα τσιγαράκι να κάνω πριν φύγω, έχω να πάω κι αλλού» είπε ο δάσκαλος χαμογελώντας.

«Α!, δεν έχω, μου τελείωσε ο καπνός» είπε ο πολεμιστής «και ακόμη κι αν είχα λίγο, δεν θα άξιζε τον κόπο γιατί τα τριμματάκια είναι επικίνδυνα, έπρεπε να δεις τι έπαθα χθες βράδυ όσο περίμενα τον αντίπαλο»

«Άντε, ρε, για πες!!!» είπε ο δάσκαλος με ενδιαφέρον.

«Ναι, ξέρεις, όταν τελειώνει ο καπνός και έχουν μείνει ψίχουλα, δεν κρατιούνται πάνω στο τσιγάρο και πέφτουν οι καύτρες, κόντεψα να καώ εχθές, μια έπεσε στα πόδια μου, μια στην κοιλιά μου, μου έκαψε τα γένια, μέχρι και μεσ’ τα μάτια έφτασε, ένα τσούξιμοοοοο»

Ο δάσκαλος γέλασε τρανταχτά.

«Μου φαίνεται ότι το τσιγάρο σε νίκησε» είπε ανάμεσα σε χαχανητά και «χικ!»

«Καλά, τώρα είσαι σοβαρός?» είπε ο πολεμιστής με μια λάμψη στα μάτια. Είπαμε, ήταν έξυπνος, το έπιασε αμέσως «ώστε αυτός ήταν ο αντίπαλός μου? το τσιγάρο?»

«Γιατί, δεν σου γεμίζει το μάτι? Όχι μόνο αντίπαλος, αλλά σε νίκησε κιόλας»

«Μα δεν μπορεί ένα τσιγάρο να είναι αντίπαλος!!!!» δήλωσε φωνάζοντας ο πολεμιστής. «Να σου δείξω εγώ αντιπάλους να φοβηθεί το μάτι σου, ακούς εκεί ένα τσιγάρο αντίπαλος… Τελικά δεν είσαι πιωμένος, τρελός είσαι» γέλασε ο πολεμιστής.

«Και γιατί όχι?» είπε ο δάσκαλος. «τι παραπάνω έχουν οι άλλοι αντίπαλοι?»

«Καταρχάς δεν είναι τσιγάρα, είναι άνθρωποι»

«Παιδί μου, σε νίκησε το τσιγάρο εχθές, ναι ή όχι?»

«Ναι»

«Και γιατί λοιπόν αυτή η ήττα σου είναι μικρότερης σημασίας από μια ήττα που έφαγες από τη μάχη σου με έναν άνθρωπο? Πόνεσε, ή όχι?»

«Αν πόνεσε λέει!!! Κι έτσουξε. Και μου κόστισε και 5 τρίχες και μαντάρισμα στο καλσόν.» παραδέχτηκε ο πολεμιστής.

Ο δάσκαλος χαμογέλασε σαν να ήταν έτοιμος να κάνει μια σκανταλιά «Ένας πολεμιστής σαν κι εσένα θα έπρεπε να αναγνωρίζει τις μάχες παντού, μην κολλάς σε στερεότυπα, αντίπαλοι είναι οι άνθρωποι μόνο και κουραφέξαλα.»

Τον είχε χτυπήσει στο ευαίσθητο σημείο του, περνιόταν πάντα για πολύ ανοιχτός και διανοητικός τύπος, μακριά από στερεότυπα και κλισέ, ήταν λίγο επαναστάτης. Με μεγάλη ευκολία, παραδέχτηκε: «Ω! ναι, έχεις, δίκιο, μάχες υπάρχουν παντού, είτε είναι άνθρωποι, είτε καταστάσεις, είτε ένα τσιγάρο» είπε με σοβαρότητα και μια ταπεινοφροσύνη που μόλις είχε αναγνωρίσει κάτι σοφό. Και άλλαξε γνώμη και για τον δάσκαλο, ξαφνικά του φαινόταν πολύ βαθύ και σκεπτόμενο αυτό το «χικ!»

Ο δάσκαλος είχε ξεραθεί στα γέλια «Μήπως πρέπει κι εγώ να αναθεωρήσω? Πιο πολύ για βλαμμένος μου κάνεις παρά για αντρειωμένος, αλλά έχε χάρη που σε συμπάθησα και βλέπω ότι θες να μάθεις.» έκανε μια παύση, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και είπε:

«Τώρα που αναγνώρισες τον αντίπαλό σου, ξανασκέψου τι έκανες»

«Ναι, θυμήθηκα» είπε ο πολεμιστής.

«Τι έκανες λοιπόν?» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Τι να έκανα? Καταρχάς δεν είχα στο μυαλό μου ότι επρόκειτο για μάχη, κι έτσι δεν κινήθηκα και ιδιαίτερα στρατηγικά, εκτός από ‘κείνη τη στιγμή που ξάπλωσα μπρούμητα, αλλά δεν το πολυσκέφτηκα, κι αυτό φάνηκε γιατί το αποτέλεσμα ήταν τραγικό»

«Τώρα αναγνωρίζεις ότι ήταν μάχη?»

«Ναι» παραδέχτηκε πάλι ο πολεμιστής.

«Αν το είχες αυτό στο μυαλό σου εχθές, θα λειτουργούσες διαφορετικά?» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Φυσικά» βιάστηκε να απαντήσει ο πολεμιστής και είπε με ενθουσιασμό «θα φρόντιζα να προστατευτώ από αέρηδες, πουλιά και οτιδήποτε άλλο. Θα άναβα πάλι το τσιγάρο μου αλλά θα φρόντιζα να είμαι καλυμμένος»

«Άρα, να είσαι σε ετοιμότητα» είπε ο δάσκαλος.

«Ακριβώς!» είπε ο πολεμιστής.

«Εγώ όμως, δε σου είπα να είσαι έτοιμος? Δεν ήσουν!» τον μάλωσε ο δάσκαλος.

«Μα δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι…» βιάστηκε να δικαιολογηθεί, αλλά ο δάσκαλος τον διέκοψε:

«Σταμάτα να μιλάς. Χικ! Το θέμα ήταν ότι σου είπα να είσαι έτοιμος και δεν ήσουν, δεν χωράει εξηγήσεις»

«Συγγνώμη» είπε ο πολεμιστής.

«Σε ‘μένα? Δεκάρα δε δίνω. Σε ‘σένα. Τώρα τουλάχιστον κατάλαβες τίποτα για τις νίκες σου και τις ήττες σου?»

«Ναι»

«Τι κατάλαβες?»

«Ότι σημασία έχει να είσαι σε ετοιμότητα και να χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου αντιμετωπίζοντας τα πάντα ισάξια» είπε ο πολεμιστής.

«Κάτι δε μου κάθεται καλά, είπε ο δάσκαλος, πολύ εύκολα το κατάπιες. Χικ! Δε μου λες? Αν το τσιγάρο είχε στόμα να μιλήσει, τι θα του έλεγες και τι νομίζεις ότι θα σου απαντούσε?»

«Τώρα με μπερδεύεις πάλι, πάνω που πάω να χωνέψω μια ιδέα, με πας παρακάτω. (τι δάσκαλος είσαι εσύ, ε?) τι να του έλεγα καλέ, συζήτηση με το τσιγάρο θα έπιανα?»

«Γιατί όχι? Ξέρεις πόσοι και πόσοι μιλάνε με τα τσιγάρα τους κάθε μέρα? Άντε, κατάπιε το κι αυτό, και πες μου τι θα του έλεγες»

«Θα του έλεγα <<γιατί με παιδεύεις έτσι ρε παλιοτσίγαρο, αφού στο τέλος θα σε καπνίσω>>, αυτό θα του έλεγα» είπε ο πολεμιστής γελώντας.

«Και τι θα απαντούσε αυτό?» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Τίποτα, τσιγάρο είναι, δεν έχει άποψη» είπε ο πολεμιστής.

«Κατά πως φαίνεται είχε, και σε νίκησε, και μόνο όταν το αναγνώρισες ως αντίπαλο μπόρεσες να το χρεώσεις για το κακό που σου κάνει. Όμως, έχεις δίκιο, τα τσιγάρα δεν μιλάνε, ούτε έχουν άποψη, άρα, ποιος ο λόγος να του ζητήσεις τα ρέστα?»

«Ρε! θα με τρελάνεις? Εγώ δε στό’ πα πριν?»

«Ναι, αλλά καταπίνεις αμάσητο ότι σου λέω» χαχάνισε ο δάσκαλος.

«Είναι που με πας παρακάτω» είπε ο πολεμιστής κοιτάζοντας τον δάσκαλο με γλύκα.

«Μμμ, αυτά να μην είχες, πόσο καλό παιδί θα ήσουν!!!» ειρωνεύτηκε ο δάσκαλος και αφού έβηξε 2 φορές, είπε:

«Ας καταλήξουμε. Τα τσιγάρα δεν έχουν παόψη, δεν μπορείς να τους ζητήσεις τον λόγο, σωστά?»

«Σωστά»

«Αν εχθες ερχόταν ένα άγριο ζώο να σου επιτεθεί, τι θα έκανες?»

«Θα κοιτούσα να προστατευτώ» είπε ο πολεμιστής.

«Μπα? δε θα του ζητούσες τα ρέστα? Πως τολμάει να σου επιτίθεται?»

«Ε, όχι, δα, είναι δυνατόν να ζητήσω τον λόγο από ένα ζώο? Ζώο έιναι, δεν έχει προθέσεις, μόνο ένστικτο»

«Άρα, στο θέμα της μάχης, τσιγάρο και ζώο είναι το ίδιο για ‘σένα. Εσύ απλά, πρέπει να είσαι σε ετοιμότητα.»

«Ναι» συμφώνησε ο πολεμιστής.

«Κι αν ερχόταν ένας ανεμοστρόβιλος, ή ένα τσουνάμι, ή μια πυρκαγιά, τι θα έκανες?»

«Το ίδιο, θα προστατευόμουν, και θα ήμουν σε ετοιμότητα»

«Σαν να λέμε,  το ίδιο είναι όλα για ‘σένα, είτε ζώο, είτε το τσιγάρο, είτε ένας άνεμος. Εσύ απλά πρέπει να είσαι σε ετοιμότητα»

«Ναι!!!!!» είπε με χαρά ο πολεμιστής που του είχε αποκαλυφθεί μια μεγάλη αλήθεια.

«Κι αν ήταν ένας άνθρωπος?» είπε ο δάσκαλος.

Παύση. Ο πολεμιστής είχε μείνει αποσβολωμένος. Μα τι δάσκαλος ήταν αυτός, πάνω που συμφωνούσανε, ξαφνικά του έλεγε κάτι που πήγαινε αντίθετα από όσα ήξερε, ή όσα είχε σε τάξη στο μυαλό του.

«Α! όχι!» σκέφτηκε «αυτός πάει να με παγιδεύσει, τι? χαζός είμαι?»

«Α! αν ήταν άνθρωπος, αλλάζει!» είπε με σιγουριά.

«Σε τι αλλάζει?» ρώτησε ο δάσκαλος λίγο απογοητευμένος.

«Οι άνθρωποι έχουν προθέσεις, κακία, μίσος, προσδοκίες, θέλουν να πετύχουν πράγματα, κινούνται με δόλο και με στρατηγική»

«Σε τι τους κάνει να διαφέρουν σε αυτό που σου κάνουν, σε σχέση με ένα ζώο, ή έναν άνεμο? Χικ! Στρατηγική ή όχι, όλοι κάτι σου κάνουν»

«Ρε παιδί μου, ναι, δεν έχει σημασία τι κρύβεται από πίσω, όντως σε αυτό που μου κάνουν, στα χτυπήματα, στις μάχες, το σημαντικό είναι να είμαι εγώ σε ετοιμότητα, αλλά όπως και να το κάνεις, σε έναν άνθρωπο είναι πιο προβλέψιμο να δεις την επίθεση, γιατί ξέρεις πως σκέφτεται, ενώ το ζώο δεν ξέρεις»

«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ξέρεις πως σκέφτονται οι άλλοι άνθρωποι?»

«Το ότι είμαι κι εγώ άνθρωπος και ξέρω πως είναι η ανθρώπινη φύση»

«Όλα τα ξέρεις πια!» είπε ο δάσκαλος. Και ξαφνικά, του έχωσε ένα χαστούκι.

«Ωχ!» έσκουξε ο πολεμιστής «Τώρα γιατί με χτυπάς?» κλαψούρισε.

«Για να δεις πως δεν ξέρεις τίποτα. Χικ! Είχες προβλέψει ότι θα σε χτυπούσα?» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Όχι, και δεν ήταν καθόλου ευγενικό» είπε ο πολεμιστής.

«Αν ήμουν τίγρης δε θα το έλεγες αυτό όταν θα σου έχωνα τα νύχια μου στο λαιμό σου («άκου να δεις κυρία τίγρη, δεν είναι καθόλου ευγενικό που μου επιτίθεσαι, άκουσες?»), αλλά και τώρα που είμαι άνθρωπος, όσο κι αν νομίζεις ότι με ξέρεις, δεν το περίμενες!!!»

«Ναι» είπε ο πολεμιστής θλιμμένος πια, αφού είχε καταλάβει την ανοησία του.

«Από το να βγάζεις λοιπόν συμπεράσματα και να κατηγοριοποιείς τις καταστάσεις, τι θα έπρεπε να κάνεις? Χικ!» ρώτησε ο δάσκαλος, σαν πραγματικός δάσκαλος που έβαζε τεστ στον μαθητή του. Εντάξει, πιωμένος δάσκαλος.

«Να είμαι σε ετοιμότητα» είπε ο πολεμιστής.

«Τι ετοιμότητα?» συνέχισε ο δάσκαλος (δεν του φτάνει ποτέ κάτι, πάντα έχει και παρακάτω) «δεν είναι κουραστικό να κυκλοφορείς συνεχώς με αυτά τα χρώματα του πολέμου και να είσαι στην μπρίζα συνεχώς μην τύχει και σε χτυπήσει κάποιος ή κάτι?»

«Ναι, είναι» είπε ο πολεμιστής «αλλά γίνεται διαφορετικά?»

«Γίνεται, αλλά αν και δεν μου αρέσει να αφήνω τα πράγματα μισά, αυτό θα σε αφήσω να το βρεις μόνος σου. Χικ!»

Κι έτσι, έφυγε ο δάσκαλος χοροπηδώντας σε ρυθμικά «χικ!» αφήνοντας τον πολεμιστή να βρει την ποιότητα της ετοιμότητας που αξίζει ένας πολεμιστής να έχει.

Γιατί αυτό δεν μπορεί να στο πει κανείς.

Μόνος σου θα το βρεις. 😉

Advertisements

2 thoughts on “Μια φανταστική ιστορία με πολεμιστές, δασκάλους, τσιγάρα και λόξιγκα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s