Βρουμ-Βρουμ..!

στις

Πέρασε δυο ολόκληρες μέρες στο κρεβάτι. Στον ανοιγμένο καναπέ για την ακρίβεια. Μάης και, αν και δεν ήταν από τις ζεστές Ανοίξεις, κρύο δεν έλεγες πως έκανε. Όχι για να κλειστείς μέσα στο σπίτι με το αερόθερμο στο φουλ και κάτω από το πάπλωμα. Το σλίπινγκ μπάγκ για την ακρίβεια.
Που και που το έσβηνε γιατί σκεφτόταν το λογαριασμό της ΔΕΗ, μετά από λίγη ώρα όμως το ξανάναβε, καθόταν τσίτσιδη τσις φτέρνες της μπροστά του για λίγη ώρα και ξανακουκουλωνόταν κάτω από τα σκεπάσματα.
Επιτέλους λίγη σιωπή και άραγμα. Δεν είχε χαλαρώσει ούτε λεπτό τον τελευταίο μήνα. Επιτέλους ένα καθαρό, ολόκληρο τίποτα! Κι οι άλλες δυο μούγκα. Ήταν κουρασμένες και κοιμόντουσαν από ώρα. Ίσως νά’ταν η πρώτη φορά από τότε που τις άφησε να μιλάνε που επιτέλους το είχαν βουλώσει ταυτόχρονα και εντελώς. Αυτά είναι! Όπως μικρή!
Κοιτούσε τον ήλιο στο ταβάνι. Είχε έναν ινδιάνικο ήλιο από ύφασμα απλωμένο από πάνω της. Δεν τον έλεγες και καλοσχεδιασμένο, λίγο κακομούτσουνος ήταν, αλλά είχε ωραίες μεγάλες ακτίνες και κυρίως πολλά επαναλαμβανόμενα σχεδιάκια για να χαζεύει το μάτι της και να κάνει παιχνίδια με την εστίασή της – κάτι που έκανε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της.
Τις στιγμές εκείνες τις απολάμβανε. Δεν σκεφτόταν τίποτα, τίποτα απολύτως. Μονάχα έπαιζε με τα μάτια της πάνω στα σχέδια και έβλεπε τη ζωή της να περνάει από μπροστά της ξανά και ξανά, χωρίς να την κρίνει, χωρίς να την αναλύει, χωρίς καν να τη θυμάται. Σαν ταινία, σαν να την έβλεπε πρώτη φορά, κάθε φορά.
Δε λένε ότι όταν πεθαίνεις βλέπεις τη ζωή σου σαν ταινία να περνάει από μπροστά σου;
Πόσες φορές να είχε πεθάνει στη ζωή της; Ποιος μετράει;
Όχι, αλλιώς. Πόσες ζωές να είχε ζήσει; Κανείς δε μετράει.
Τις προάλλες είχε μια αποκάλυψη στη ζωή της. Μπα, οι γνωστές αυτιστικές της ταυτίσεις.
Ήταν τζιπάκι. Δηλαδή, αν ήταν όχημα, θα ήταν τζιπάκι. Από ‘κείνα τα παλιά, βαριά, φασαριόζικα τζιπάκια που δεν έχουν σχεδόν καθόλου αναρτήσεις και σε ξεκουφαίνουν με τους βρυχηθμούς τους, αλλά πάνε παντού. Εκείνα που τα λατρεύεις, τα ονειρεύεσαι, τα ζηλεύεις, κάνεις τα πάντα να τα αποκτήσεις και, όταν τα καταφέρεις, αρχίζεις να εκνευρίζεσαι μαζί τους για τους ίδιους λόγους που σε γοήτευαν αρχικά και καταλήγεις να τα παρκάρεις σε μια γωνιά και να κυκλοφορείς με ένα πιο εύκολο και καινούριο αυτοκίνητο. Πάντα όμως το χαζεύεις εκεί στην άκρη, ξέρεις ότι είναι δικό σου, του κλείνεις λάγνα το μάτι σου και που και που το παίρνεις να πας εκεί που κανένα άλλο δε θα σε πάει. Για λίγο όμως. Για όσο.
Ρώτησες το τζιπάκι αν σκοτίζεται για το λίγο σου;
Ρώτα εμένα. Είμαι τζιπάκι και θα σου πω. Δεκάρα δε δίνει. Χαίρεται που είναι τζιπάκι και πάει παντού, εκεί που κανένα άλλο δεν πάει (σαν το Έντερπράιζ ένα πράμα). Χαίρεται που βρυχάται και φωνάζει, που σε ταρακουνάει και σου επιτρέπει να το φορτώσεις, να το λερώσεις, να το ζορίσεις. Αυτή είναι η δουλειά του εξάλλου. Και είναι για λίγο. Για όσο.
Χαμογέλασε με τη σκέψη και ξανακουκουλώθηκε.
Αυτή τη φορά, κοίταξε το ταβάνι με τα φώτα της. Βρίσκονταν στη θέση των ματιών της, και αντί για σαγόνι είχε μπροστινό προφυλακτήρα. Της είχε φύγει τελευταία και ένα κομμάτι από πάνω αριστερά, αλλά τι σημασία είχε;
Άναψε τα αλάρμ και ξαναπέθανε.
Ζωή σε λόγου σας!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s