(ακόμη μια) φανταστική ιστορία με πολεμιστές, δασκάλους, πανοπλίες, κι έναν ίλιγγο

στις

(αν δεν το έχετε κάνει ήδη, διαβάστε πρώτα το πρώτο επεισόδιο, πλιζ)

shaman

Άλλη μια φορά κι έναν ακόμη καιρό, ήταν ο γνωστός άγνωστος πολεμιστής.
Ήταν αντρειωμένος και δυνατός και μπορούμε να πούμε ότι τα πήγαινε πολύ καλά με τις μάχες που συναντούσε στο μονοπάτι του. Απολάμβανε τις νίκες του, απολάμβανε και τις ήττες του.
Κι αυτό γιατί είχε μάθει πια το μυστικό κι είχε βρει τον τρόπο (του) να βρίσκεται πάντα σε ετοιμότητα και να αντιμετωπίζει τις προ(σ)κλήσεις ισότιμα.
Το μονοπάτι είχε πια αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα όμορφο, λιγότερο κακοτράχαλο και με περισσότερα όμορφα πράγματα να συνδιαλλαγεί: Τι όμορφα τοπία, τι λουλούδια, δέντρα, τι πουλιά, τι ζώα κάθε είδους, και πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι να πάρει και να δώσει, να μοιραστεί συγκινήσεις! Οι μάχες είχαν λιγοστέψει και είχαν περιοριστεί στις καθημερινές, και τα τρόπαια στόλιζαν το ράφι στο οποίο τα εξέθετε (αλλιώς τι τρόπαια θα ήταν, και γιατί να μάχεται γι’αυτά;) Είχε ηρεμήσει. Αγαπούσε και δεχόταν όλα τα πλάσματα, κι αν κάποιο είχε κάπως αρνητική διάθεση απέναντί του – θα είχε τους λόγους του βέβαια – του το επέτρεπε, αλλά το απέφευγε:  γιατί να καταναλώνει ενέργεια άδικα σε μάχες που το μόνο που θα αποδείκνυαν είναι ποιος θα νικήσει; είχε φύγει από καιρό μακριά από αυτή τη λογική του ανταγωνισμού δίχως νόημα. Είχε χάσει πολλή ενέργεια στο παρελθόν από τέτοιες μάχες και είχε καταλάβει ότι δε χρειαζόταν να πολεμάει και να δίνει τις μάχες κανενός. Εξίσου απέφευγε και τους άλλους πολεμιστές με την μπαντιέρα.
Όμως, δεν παρατούσε τα όπλα. Ήταν ακόμα πολεμιστής και έπρεπε να μείνει πιστός στον ρόλο του! Προχωρούσε λοιπόν, κι ήταν όλα τόσο όμορφα και βατά, που θεωρούσε πως ήρθε πια η ώρα να αράξει και να φχαριστηθεί όσο του απέμενε μέχρι να φτάσει στο τέρμα της διαδρομής (πόσο να του έμενε ακόμα; συχνά σκεφτόταν το γνωστό «στο τέλος όλα θα πάνε καλά», άρα, αφού όλα πάνε τόσο καλά, μάλλον είναι το τέλος).
Είχε δηλαδή, βάλει τη ζωή στον αυτόματο πιλότο, είχε βρει τον μπούσουλα (!)
Μια μέρα, εκεί που είχε αράξει κάτω από τον ήλιο του, τον πήρε τηλέφωνο ο γνωστός άγνωστος δάσκαλος.
«Έλα καλέ» του είπε, με μια βαθιά κι αισθησιακή αλλά παιχνιδιάρικη φωνή.
«Τι κάνεις;»
«Έλα βρε!» απάντησε με χαρά.
«χμμ» σκέφτηκε «σαν ν’άλλαξε η φωνή του από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, κι άλλαξε και το ύφος του…»
«Δεν μπορώ να έρθω» του είπε «αλλά πρέπει να σε προειδοποιήσω για κάτι»
«Α! μη με κάνεις τέτοια, δεν ενοχλώ κανένα, δεν έχω καμιά όρεξη να…»
«Καλέ σταμάτα!» τον διέκοψε. «Όλα τα ξέρεις πια! Έχω να σου πω κάτι σημαντικό λέμε.»
«Οκ, το βουλώνω.»
«Έτσι μπράβο!»
«Καλά, εσένα σου πέρασε ο λόξιγγας;»
«Μη σε απασχολεί τι συμβαίνει σε μένα, εσένα πρόκειται να σου συμβεί κάτι σοβαρό»
«Αμάν! σαν τι;»
«Ένας μεγάλος και ασυνείδητος μάγος σ’έχει βάλει στο μάτι – και κάλεσε έναν τρομερό Εχθρό να σου επιτεθεί»
«Εξκιουζμι;;;; Γιατί;;; Πως;;; Ποιος είναι Αυτός; Γιατί με μισεί τόσο;;;;»
«Άντε πάλι. Ποιος είπε ότι σε μισεί; αλλά μια και το ανάφερες, χμ… μπορεί και να σε μισεί. Τέλος πάντων, δεν είναι ώρα να τα μάθεις όλα αυτά, ούτε και ποιος είναι αυτός. Αυτό που πρέπει να σε απασχολεί είναι να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τον Εχθρό. Όλα τα υπόλοιπα θα τα μάθεις στην πορεία. »
«Παναγία μου!» σκιάχτηκε ο πολεμιστής. Είναι αλλιώς να αντιμετωπίζεις τους εχθρούς από μόνος σου, κι αλλιώς να στους φορτώνουν άλλοι. «Δώσε μου περισσότερες πληροφορίες»
«Δεν έχω να σου πω πολλά. Το μόνο που έχω να σου πω είναι πως ο Εχθρός είναι απόλυτος και αν δεν τον αντιμετωπίσεις όπως οφείλεις, θα τον κουβαλάς μια ζωή.»
«Τι είπες τώρα;;;;;;;; Δε φτάνει που ο πάσα-ένας παλιομάγος αποφασίζει να μου στείλει ότι του κατεβεί στο κεφάλι, θα πολεμάω μια ζωή;;; εγώ είχα πει ν’αράξω!!!»
«Δεν σου είπα πως πρέπει να πολεμάς μια ζωή. Βρες τον τρόπο να τον διαχειριστείς. Τον Εχθρό. Ξέχνα τον μάγο σου λέω, δεν είναι της παρούσης»
«Δε μου τα λες καλά γιατρέ»
«Α! δε θα την πληρώσω τώρα εγώ, επειδή σε προειδοποιώ κιόλας» είπε, και τού’κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.
Είχε μείνει άναυδος και τρομοκρατημένος να κοιτάζει το τηλέφωνο. Άρχισε να κλαίει γοερά. Τον άκουσε όλη η γειτονιά. Πήρε τηλέφωνο την ξαδέρφη του. Έστειλε mail στον φίλο του. Ζωγράφισε όλα τα της-αυτολύπησης σχέδια. Και μετά, εξαντλημένος πια, έπεσε για ύπνο.
Ξύπνησε το επόμενο πρωί ψόφιος στην κούραση.
Έτσι ένιωθε μονάχα μετά από πολύ μεγάλες μάχες, με πολύ σημαντικούς αντιπάλλους, και μάλιστα όταν είχε χάσει τη μάχη. Κομμάτια λέμε.
Πήγε να σηκωθεί, πού να κάνει βήμα. Όλα γύριζαν ολούθε.
Καθόταν, στο κεφάλι του βούιζε ένας άνεμος. Ξανασηκωνόταν – πολεμιστής ήταν, έπρεπε να τα καταφέρει – αλλού πατούσε κι αλλού βρισκόταν.
«Άλλο πάλι και τούτο» μονολόγησε.
«Τι μου συμβαίνει; γιατί ζαλίζομαι; τι Κυκλώνας είν’αυτός που με κλωθογυρίζει; τι Δίνη; τι Ίλιγγος;;;;»
Πήγε να φορέσει την πανοπλία του, έπρεπε να περιμένει και τον Εχθρό. Πού να μπορέσει να δέσει τα λουριά, πού να σφίξει τις ζώνες;
«Ω! ρε φίλε… πως θα πολεμήσω τώρα τον απόλυτο εχθρό; θα με νικήσει για τα καλά και θα μου κατσικωθεί φορ έβερ!» αναστέναξε και ξανακάθισε.
Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά κι είπε πως δε θα πάει. Ας πέσει για ύπνο. Μια ζαλάδα είναι, αύριο θα περάσει, που θα πάει;
Ξαναξύπνησε χειρότερα ζαλισμένος.
«Α! δεν είναι δουλειά αυτή, κάτι πρέπει να κάνω, δεν μπορώ να ζήσω έτσι την υπόλοιπη ζωή μου!»
Άρχισε να παρατηρεί τη ζαλάδα του. Πότε ζαλιζόταν πιο πολύ; Με ποιά κίνηση ζαλιζόταν απότομα; Πότε έφευγε η ζαλάδα; έφευγε ποτέ; και πολλά άλλα.
Με τα πολλά, κατάφερε να σηκωθεί και να φορέσει την πανοπλία. Παρατήρησε δε, ότι το βάρος της τον ανάγκαζε να είναι λίγο πιο σταθερός, κατά κάποιο τρόπο τον βοηθούσε. (Ήταν και μια όμορφη καλογυαλισμένη πανοπλία, την έβρισκε και πολύ σέξυ, πάντα χάζευε τον εαυτό του στους καθρέφτες και τις βιτρίνες και μονολογούσε «φτού! σου, κοριτσάρα μου!»)
«Τουλάχιστον, χαμένος για χαμένος, ας πάω αξιοπρεπώς και με στυλ» σκέφτηκε, και πήρε το δρόμο του.
Η διαδρομή του ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον ταξίδι. Αφού είχε παρατηρήσει καλά τη ζαλάδα, διαπίστωσε πως δεν ήταν και τόσο τραγικό όσο το ζούσε, ή τουλάχιστον δε φαινόταν έτσι.
Άρχισε να διασκεδάζει με τα παραπατήματα και τις ζεμπεκιές που έριχνε στο δρόμο. Αν δεν διέπρεπε πια σαν πολεμιστής, θα μπορούσε να κάνει καριέρα σα χορευτής. Δεν’ είν’ κακό!
Οι άνθρωποι γύρω του είχαν πολύ περίεργες αντιδράσεις.
Οι περισσότεροι δεν καταλάβαιναν τι του συνέβαινε, τον περνούσαν για μεθυσμένο. Ειδικά αφού τον έβλεπαν να γελάει σα χαζοχαρούμενος κάθε φορά που παραπατούσε – στ’αλήθεια, αυτός ο ίλιγγος ήταν πολύ διασκεδαστικός και δε διέφερε σε τίποτα από το παραπάτημα ενός μεθυσμένου. Του προκαλούσε το ίδιο γαργαλιστικό συναίθημα.
«Κοίτα να δεις που άρχισα να καλοπερνάω με τούτον ‘δω τον ανεμοστρόβιλο στο κεφάλι μου» σκέφτηκε, και έτρεξε – πάντα παραπατώντας – να πάρει την θέση στο αστικό, αφήνοντας την αγαπημένη του μπαγκαζιέρα, σε μεγάλη δυσαρέσκεια μιας γριάς που την πρόλαβε («σα δε ντρέπεται, τέτοιος πολεμιστής, με τόσο εντυπωσιακή πανοπλία, τέτοιο δυνατό παλικάρι…»)
Δεν έδινε και πολλή σημασία στις αντιδράσεις των ανθρώπων, ούτε και στις συμβουλές τους. Ο καθένας δε, είχε να του κάνει μια διάγνωση, να του πει μια γνώμη και να του βρει μια θεραπεία. Δεν έφτανε που είχε γεμίσει ο κόσμος μάγους, πολεμιστές και δασκάλους, τώρα πήξαμε και στους θεραπευτές, κατάλαβες;
Εκείνος έπρεπε να μείνει συγκεντρωμένος στον εαυτό του, γιατί έπρεπε να περιμένει και τον εχθρό.
Αφού η ζαλάδα δεν περνούσε, έπρεπε να κάνει κάτι να τη διαχειριστεί, για να μπορέσει να λειτουργήσει κανονικά, έστω και ζαλισμένος. Έπρεπε να είναι έτοιμος για τη μάχη.
Περνώντας η μέρα, είχε πια συνηθίσει την καινούρια του κατάσταση, και μπορούσε να κάνει όλα όσα έκανε και πριν τον ίλιγγο, αλλά μαζί του. Μέχρι και στα τακούνια του (είπαμε, εναλλακτικός πολεμιστής) μπόρεσε να ισορροπήσει και να περπατήσει με άνεση, χωρίς να καταλάβει κανείς ότι μέσα του γίνεται του καρουζέλ το σούργελο.
«Φαντάσου τώρα να μου φύγει, τι δεξιότητα θα έχω αποκτήσει» σκέφτηκε, και διαπίστωσε πως δεν ήταν και τόσο κακός αυτός ο κυκλώνας. Τον είχε κάνει καλύτερο, κατά κάποιο τρόπο.
Ο εχθρός όμως, πουθενά να φανεί.
Κουρασμένος πια, γιατί, ναι μεν είχε βρει τις δυνάμεις του, αλλά κατέβαλε μεγαλύτερη προσπάθεια από πριν, κάθισε να ξαποστάσει σε μια γωνιά, να δει τι θα κάνει, να καταστρώσει σχέδιο για να αντιμετωπίσει τον απόλυτο εχθρό.
Ξαφνικά, από μια μεριά, πετάχτηκε ο δάσκαλος.
«Τζα!»
«αχ! σιγά καλέ, με τρόμαξες!!!» του είπε «πως πετάγεσαι έτσι;»
Ο δάσκαλος γέλασε τρανταχτά. «Τι χαμπάρια παλικάρι;»
«τίποτα μωρέ, να!, εδώ, περιμένω τον εχθρό που είπες ότι θα μου στείλει κεινος ο μάγος, αλλά δε φάνηκε κανείς. Εν τω μεταξύ, έχω εδώ και δυο μέρες μια ζαλάδα, άστα να πάνε!»
«Ναι, ε; για πες!!» έδειξε ενδιαφέρον ο δάσκαλος.
«Που να στα λέω. Ξύπνησα την επόμενη που με πήρες τηλέφωνο και δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Μεγάλο ζόρι σου λέω. Αλλά ‘ντάξει, τη βρήκα την άκρη»
«Δηλαδή; τι έκανες;»
«Τίποτα φοβερό. Απλά συναίνεσα με την κατάσταση. Στην αρχή δεν τα κατάφερνα καλά βέβαια, αλλά οι μάχες που έδινα τόσα χρόνια με διάφορους αντιπάλους με είχαν μάθει να μπορώ να αντιμετωπίζω το οτιδήποτε. Και περίμενα και τον εχθρό, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, έπρεπε να είμαι δυνατός. Αλλά, πάλι βλακείες έλεγες, στο λέω δηλαδή, κανένας εχθρός δεν ήρθε. Τζάμπα η φρίκη που έφαγα εξ αιτίας σου.»
«Δεν ήρθε;» ο δάσκαλος τον κοίταξε σκανταλιάρικα.
«Ε, δεν ήρθε, τι σου λέω, δυο μέρες είμαι εδώ πέρα και περιμένω, αλλά το μόνο που αντιμετωπίζω είναι ο εαυτός μου και η ζαλάδα μου!»
«χαχαχαχαχαχαχαχα» ο δάσκαλος λύθηκε στα γέλια.
«τι γελάς χριστιανέ μου;» εκνευρίστηκε ο πολεμιστής.
«Αφού αντιμετώπισες μόνο τον εαυτό σου και δεν ήρθε κανείς εχθρός, ε, λάθος θα έκανα»
και συνέχισε να γελάει.
«τι γελάει μωρέ ο ηλίθιος; τι δάσκαλος είναι αυτός που με κοροιδεύει και δεν συμμερίζεται το πρόβλημά μου;» σκέφτηκε ο πολεμιστής. «δε φτάνει που προσπαθώ να αντιμετωπίσω τις καθημερινές δυσκολίες στηρίζοντας τον εαυτό μου, φορώντας αυτή την βαριά πανοπλία και πλέον ΚΑΙ με τη ζαλάδα που ήρθε και με βρήκε, έχω και τούτον ‘δω να με περιγελάει!»
«Καλά λοιπόν, ο εχθρός δεν θα έρθει, μπορείς να βγάλεις την πανοπλία σου» είπε ο δάσκαλος και έφυγε όπως ήρθε.
«Α… δε θα τα πάμε καλά μ’αυτόν» σκέφτηκε ο πολεμιστής και άρχισε να βγάζει κομμάτι-κομμάτι τα βαριά μέρη της πανοπλίας του.
Κάθε φορά που πέταγε ένα κομμάτι όμως, άλλαζε η ισορροπία του και ο ίλιγγος αυξανόταν.
«Ωπ! καινούριο αυτό»
Όσο πιο βαρύ ήταν το κομμάτι που αφαιρούσε, τόσο πιο πολύ ο ίλιγγος αυξανόταν.  Αν αποφάσιζε να το ξαναφορέσει, ηρεμούσε. Μόλις το ξαναπέταγε, άντε πάλι να κλωθογυρίζει. Λες και τον είχε βάλει στο μάτι, να μην απαλλαγεί απ’αυτή την πανοπλία ποτέ.
Συνέχισε να αφαιρεί τα κομμάτια της πανοπλίας του πολύ αργά, για να συνηθίζει το νέο – κάθε φορά – κέντρο βάρους.
Συγχρόνως, παρατηρούσε και τι κομμάτια ήταν αυτά που πέταγε, πόσο βαριά, πόσο φορτωμένα με στολίδια και αμυντικούς μηχανισμούς, πόσο τον ξαλάφρωνε ή τον ενοχλούσε που τ’αποχωριζόταν.
Και κάθε φορά, έδινε Χρόνο στον ίλιγγο να σταθεροποιηθεί, έτσι ώστε να μπορεί και πάλι να ισορροπεί άνετα.
Στο τέλος, έμεινε γυμνός, σταθερός και ισορροπημένος, λες και ο ίλιγγος κλωθογύριζε παντού γύρω αλλά εκείνος στεκόταν στη μέση ατάραχος, χαζεύοντας τα κομμάτια της πανοπλίας του στο πάτωμα.
Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του.
Ήταν που είχε καταλάβει ότι δε χρειαζόταν πια την πανοπλία για να ζήσει, γιατί δεν χρειαζόταν πια να μάχεται για τίποτα και με κανέναν. Ήταν που η αλαφράδα του κορμιού του και ο καθαρός αέρας που τον άγγιζε, έκανε το κορμί του να συνταράσσεται ολόκληρο με μια γλυκιά λαχτάρα που έμοιαζε με ερωτική ανάσα. Ήταν και που όσο κι αν αγαπούσε την καλογυαλισμένη πανοπλία του, δε θα την ξαναφορούσε ποτέ πια, δεν τη χρειαζόταν, την είχε αποχωριστεί για πάντα.
Κι ο ίλιγγος, μόνιμος πλέον σύντροφος, όχι μόνο δεν τον ενοχλούσε, ήταν σύμμαχος και βοηθός, αφού στεκόταν πια στη μέση του, στο κέντρο του, εκεί που όλα συναντιούνται και απ’όπου όλα ξεκινούν.
«Επ!» ξαναπετάχτηκε ο δάσκαλος απ’τη γωνία.
«Ρε, τι θα γίνει με σένα;» του είπε ο πολεμιστής «δε θα μ’αφήσεις να ηρεμήσω ποτέ;»
«Αν σ’ενοχλώ να φύγω» είπε γελώντας και πάλι ο δάσκαλος και γύρισε προς την άλλη μεριά.
«Όχι μωρέ, κάτσε, έχω να σου πω»
«Για πες»
«Με κορόιδεψες, αλλά όχι»
«Σε κορόιδεψα, ή όχι; με μπερδεύεις»
«Όχι, δε με κορόιδεψες, απλά δε μου είπες αυτό που θα συνέβαινε όπως θα το καταλάβαινα πριν, το κατάλαβα όμως τώρα»
«Δηλαδή;»
«Κανείς μάγος δε με έβαλε στο μάτι, έτσι δεν είναι; ο μόνος που με είχε στο μάτι από πάντα, ήμουν εγώ»
«Έλα!!!» είπε ο δάσκαλος με ψεύτικη έκπληξη.
«Καλά, σταμάτα τους θεατρινισμούς, ομολογώ ήδη, χαλάρωσε κι εσύ από το ρόλο σου»
Ο δάσκαλος μαζεύτηκε.
«χμ, σαν να προχώρησες πιο πολύ απ’ότι περίμενα» είπε με μια έκφραση απόλυτης ικανοποίησης και σώπασε.
«Εγώ μου έστειλα τον απόλυτο εχθρό, εγώ με έβαλα σε κατάσταση μέθης και ανισορροπίας, εντελώς ασυνείδητα και με πολλή μανία, προσπαθώντας να αποδείξω στον εαυτό μου πόσο καλός πολεμιστής είμαι»
«Είσαι συ λοιπόν ο μεγάλος κι ασυνείδητος μάγος που σ’εβαλε στο μάτι και σου έστειλε τον απόλυτο εχθρό;»
«Ναι, εγώ»
«Από πολεμιστής μάγος; μεγάλη πρόοδος, θ’ανεβείς σε ένσημα και πάλι»
«Σταμάτα επιτέλους να με ειρωνεύεσαι, λες και δεν ξέρω τι δάσκαλος είσαι κι εσύ»
«Μπαρδόν;» ταράχτηκε για λίγο ο δάσκαλος.
«Εσύ δεν είσαι δάσκαλος, ή όχι μόνο, είσαι κι εσύ ένας πολεμιστής που αντιμετώπισες τον απόλυτο εχθρό σου – κι είχα πει, πως και τού’φυγε αυτουνού ο τόσο ενοχλητικός λόξιγγας;»
Ο δάσκαλος δεν απάντησε. Για μια στιγμή – που κράτησε για πάντα, έμεινε γαλήνια ανέκφραστος και μετά από λίγο έστρεψε τα μάτια του σε κείνον με μια έκφραση απόλυτης ταύτισης, που δεν του την είχε χαρίσει ποτέ ξανά.
«Αυτή την εξέλιξή σου δεν την περίμενα, με εξέπληξες» ομολόγησε ήρεμα.
«Είναι που μετατοπίστηκε το σημείο… ε.. ο σπόνδυλος, τέλος πάντων, μη με διακόπτεις! Ο λόξιγγας δε σού’φυγε ποτέ. Τον αντιμετώπισες, συναίνεσες, τον έκανες σύμμαχο και τον χρησιμοποιείς. Τον κατάπιες, τον έκανες ένα με το είναι σου και χοροπηδάς συνέχεια μέσα σου, όπως χοροπηδάνε οι άλλοι γύρω σου, έτσι που πετάγεσαι κάθε τόσο. Και αυτό δε σε χαλάει καθόλου, όπως δε με χαλάει εμένα που κλωθογυρίζω διαρκώς και ζαλίζω τους πάντες γύρω μου με τα παραπατήματά μου».
«Αλήθεια. Αυτός είναι ο δρόμος μου, ο δρόμος του Λόξιγγα, όπως ο δικός σου είναι ο δρόμος του Ιλίγγου (κανένα μονοπάτι δεν οδηγεί πουθενά, ακολούθησε το μονοπάτι που έχει ό,τι ταιριάζει σε σένα μόνο).»
«Μπα; δεν θα με μαλώσεις;»
«Δεν αφήνουμε τις βλακείες μεταξύ μας λέω εγώ;»
«Μα γιατί, δεν είσαι δάσκαλος πια; ακόμα και τώρα που σου την είπα; τώρα που σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι;»
«Τι τα θες, στο Νότο στέκομαι ανάποδα» είπε ο δάσκαλος με ένα μεγάλο, καθαρό και ειλικρινές χαμόγελο.
«Χα! καλό! αλήθεια τώρα, πως τα πας με τον λόξιγγα, δεν είναι ενοχλητικός;»
«Ενοχλητικός; καθόλου! φαντάζομαι είναι όπως ο δικός σου ίλιγγος. Με κάνει να διασκεδάζω αφάνταστα, ειδικά από τότε που πέταξα την πανοπλία και τα χοροπηδήματα έγιναν ανάλαφρα και παιχνιδιάρικα, χωρίς βάρος»
«Έτσι!»
«Ωραία, κι αφού κατά-λήξαμε, τι κάνουμε τώρα;»
«Θα πάρει ο καθένας τον δρόμο του, κι ίσως ξανασυναντηθούμε, ίσως όχι. Έχω και ένα σωρό δουλειές, άσε που έχω να πληρώσω τη ΔΕΗ και 2 νοίκια»
«Όχι ρε, τι κάνουμε ΤΩΡΑ»
«Τίποτα. Βιάζεσαι;»
«Καθόλου. Εσύ;»
«Μπα. Έχω όλο το Χρόνο του κόσμου. Δε μου λες; Να στρίψω ένα;»
«Και δε στρίβεις;»
«Άντε, στην υγειά μας, στα μονοπάτια μας!»
«Στα ταξίδια μας, στα ανταμώματά μας!»
«Αμήν!»

ΔΙ ΕΝΤ._

Advertisements

4 Σχόλια Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η Άιναφετς λέει:

    Διασκεδαστικά σοφότατο! 😉
    Μα ναι, Φουλιάννα, όταν δεν έχεις πια τίποτα να φοβηθείς, πάνε οι πόνοι, πάνε και οι ίλιγγοι, όλα εξαφανίζονται!!!
    Μήπως όμως υπάρχει και ένας ύπουλος εχθρός, που λέγεται «αλαζονεία» ;… λέω τώρα…

    ΑΦιλάκια πολύ χαμογελαστά! (πονηρά) !!! 🙂

  2. Ο/Η Fou a Graf λέει:

    Ε, για να λες εσύ τώρα Άιναφετς, κάτι θα ξες. Εγώ δεν ξέρω απ’αυτά, κάθομαι ήσυχα ήσυχα στο μπλογκ μου και λέω ιστορίες – οι οποίες δεν περνιούνται καθόλου για σοφές, είναι απλές και βιωματικές (όποιος με ξέρει προσωπικά ξέρει και πως γράφω) – κι όποιος θέλει τις διαβάζει, τις σχολιάζει, έχει άποψη, σχηματίζει γνώμη, άλλος χαμογελά (πονηρά ή όχι), άλλος τσατίζεται – έτσι δε γίνεται με όλα; Τι άλλο να πω; Θενκς που με διάβασες και που με τίμησες 😉
    Υ.Γ. Η ιστορία δεν καταπιάνεται με τον Φόβο, αλλά με τη Δύναμη (που μόλις έκανα σύμμαχο και αντιμετωπίζω πια τον Χρόνο – μη δίνεις σημασία όμως, είναι από τον ίλιγγο)

  3. Ο/Η Άιναφετς λέει:

    Πάντα διαβάζω με πολύ χαρά και ενδιαφέρον τις ιστορίες σου και όπως φαίνεται, (σίγουρα) έχω τα κολλήματα μου και ερμηνεύω τα γραφόμενα με βάση την απαλλαγή απ΄τον Φόβο που για μένα είναι προϋπόθεση για να βρω τη Δύναμη ν’ αντιμετωπίσω το Χρόνο!!! (λες να με κτύπησε ο Ίλιγγος;) 😉

  4. Ο/Η Fou a Graf λέει:

    Νά’σαι καλά – μη με ρωτάς, σήκω και περπάτα: παραπατάς; αν όχι, τίποτα δεν έχεις, απ’ το πολύ κομπιούτερ είναι, κλείστο και πάνε μια βόλτα. Εγώ πάλι θα κάνω λίγο καιρό να ξαναφανώ, μια και ο ντόκτορ μου απαγορεύει την παρατεταμένη και κακή στάση – του σώματος 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s