Μυτική ιστορία

Οι μύτες είναι εξαιρετικά όργανα. Αποτελούν το ερκοντίσιον του οργανισμού, καθώς φιλτράρουν τον αέρα που αναπνέεται, εισπνέοντας οξυγόνο και εκπνέοντας διοξείδιο του άνθρακα, και σε μερικά είδη – όπως τα σκυλιά – παίζουν τον ρόλο πυξίδας επιτρέποντάς τους να βρουν τη σωστή κατεύθυνση.
Βρίσκονται ακριβώς στη μέση του μπροστινού μέρους του κεφαλιού των ζώων, στα σπονδυλωτά προεξέχουν είτε λιγότερο είτε περισσότερο (όπως στους ελέφαντες), ενώ στα κητώδη έχουν μειωθεί μόνο στα ρουθούνια.

Το ρουθήνιο είναι ένα πολύ σκληρό ασημόγκριζο αδρανές μέταλλο, ανακλά το ορατό φως σχεδόν κατά 65%, και δημιουργεί έντονα στίγματα στο ανθρώπινο δέρμα. Η τιμή του ρουθηνίου στις 8:00 το πρωί (ώρα Λονδίνου) της 26ης Φεβρουαρίου 2012 ήταν 127 δολάρια/ουγγιά.

Το ρουθούνι της Λούσυ Ανν ντε Σολ – που από δω και πέρα θα την ονομάζουμε απλώς Λου – δεν είχε καμιά τιμή. Αναφερόμαστε φυσικά στο αριστερό. Αλλά και το δεξί ήταν επίσης άτιμο – πράγμα που θα δημιουργούσε μπελάδες στα χρηματιστήρια, γι’αυτό και δεν το πρόσφερε για επενδύσεις.
Και τα δυο τους βρίσκονταν στο τελείωμα μιας μύτης τόσο αδιάφορης που έφτανε την τελειότητα. Τη συνόδευαν δυο κάθετες ρυτίδες στο πάνω μέρος της και δυο διαγώνιες που άνοιγαν σαν Λ από κάτω, ξεκινώντας λίγο πιο πάνω απ’τα ρουθούνια της. Κι οι τέσσερις αυτές ρυτίδες βρίσκονταν εκεί από την παιδική της ηλικία, και ενώ όλοι της έλεγαν πως ήταν ρυτίδες έκφρασης, εκείνη ήξερε πως ήταν δερμάτινα βέλη που έδειχναν τη μύτη της, λέγοντας: «Εδώ βρε κοίτα!»
Αν προσπαθούσε κάποιος να περιγράψει αυτή τη θεϊκή μύτη, δε θα έβρισκε τίποτα να πει.
Δεν ήταν ούτε μεγάλη, ούτε μικρή, ούτε καμπουριαστή, ούτε πλακουτσή, ούτε λεπτή, ούτε χοντρή, ούτε κοιτούσε ψηλά, ούτε κάτω. Ήταν μια απλή μύτη.
Η Λου αγαπούσε πολύ τη μύτη της. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν το είχε πει ποτέ σε κανένα. Οι άντρες που την πλησίαζαν δε σταματούσαν να εκθειάζουν τα μεγάλα μάτια της, τα παιδικά της χείλια και τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της. Μάλιστα ένας είχε γράψει ποίημα για την οδοντοστοιχία της.
Αλλά κανείς δεν είχε πει ούτε μια κουβέντα για τη μύτη της.
Και κείνη δεν το ζήτησε ποτέ από κανένα, γιατί η σχέση της με τη μύτη της ήταν ερωτική, κι ως γνωστόν, στους δύο τρίτος δε χωρεί.
Για τη Λου το να μυρίζει τον αέρα που αναπνέει ήταν μια σεξουαλική διαδικασία. Της προκαλούσε ηδονές που μπορούμε να συγκρίνουμε μονάχα με το πάθος ενός παχύσαρκου για ένα ζουμερά λιπαρό πικάντικο πιτόγυρο. Αν ο αέρας είχε θερμίδες, η Λου θα χρειαζόταν γερανό να τη σηκώσει για να βγει απ’το σπίτι.
Κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες οσμών κάθε μέρα, οσμές που της ήταν απαραίτητες για να ζήσει.
Καμμιά μυρωδιά δεν ήταν άσχημη ή όμορφη για τη Λου. Αν και υπήρχαν μυρωδιές που την απωθούσαν ή την προσέλκυαν αντίστοιχα. Όλες όμως ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και πάντα τους έδινε την πρέπουσα σημασία.
Από τη μυρωδιά μπορούσε να αναγνωρίσει αν κάτι ήταν φρέσκο ή μπαγιάτικο, νεαρό ή ηλικιωμένο, παλιό ή καινούριο, ζεστό ή κρύο, καθαρό ή λερωμένο, ακόμα και υγιές ή άρρωστο, ζωντανό ή πεθαμένο.
Μα πιο πολύ, μπορούσε να καταλάβει αν κάτι ήταν θετικό ή αρνητικό, χαρούμενο ή λυπημένο, αληθινό ή ψεύτικο, φανερό ή κρυμμένο. Ήξερε πολύ καλά ότι οι διαθέσεις είχαν μυρωδιά, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένη.
Και χρώματα. Οι μυρωδιές είχαν πολύ συγκεκριμένα χρώματα, όπως και οι ήχοι, αλλά τους ήχους τους είχε πάντα σε δεύτερη μοίρα, γιατί μπορούσαν να της πουν ψέματα και δεν τους εμπιστευόταν. Οι μυρωδιές όμως ποτέ.
Οι μυρωδιές λένε πάντα την αλήθεια, γιατί δεν μπορείς να τις υποκριθείς. Μπορείς να τις καλύψεις, να τις μεταμφιέσεις, να τις περιορίσεις, αλλά δεν μπορείς να τις εξαφανίσεις. Η ουσία τους βρίσκεται πάντα εκεί να φωνάζει ξεδιάντροπα και μόνο οι εξίσου ξεδιάντροπες μύτες μπορούν να τη διακρίνουν.
Θεωρούσε τη μύτη της ξεδιάντροπη, και στ’αλήθεια ήταν. Την είχε πλησιάσει σε μέρη που κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει μια αξιοπρεπή μύτη.
Όχι ότι χρειαζόταν να πλησιάσει και πολύ βέβαια, πια.
Με τα χρόνια είχε καταφέρει να οξύνει τόσο πολύ την οσφρητική της ικανότητα, έτσι ώστε, και από μια σχετικά καλή απόσταση που δε θα δημιουργούσε παρεξηγήσεις και πανικούς, μπορούσε να διακρίνει κάθε μυρωδιά.
Κι αυτό γιατί, όπως είπαμε, η Λου χρειαζόταν τις μυρωδιές για να ζήσει.
Τα χρόνια που περνούσαν στην τσιμεντούπολη έκαναν τη ζωή της κάθε μέρα και πιο δύσκολη. Οι αυθεντικές μυρωδιές είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται και τη θέση τους έπαιρναν οι χημικές, στημένες, επίτηδες εξωραϊσμένες μυρωδιές – τις οποίες απεχθανόταν γιατί την έπνιγαν. Αισθανόταν φυλακισμένη σε ένα μουδιασμένα άοσμο περιβάλλον που το είχε κάποιος ποτίσει υπερβολικά με πατσουλί για να υποκριθεί μια ψεύτικη ομορφιά.
Στους περισσότερους ανθρώπους όχι μόνο δεν ήταν δυσάρεστο αυτό, αλλά το αποζητούσαν, γιατί δεν άντεχαν ο ένας τη μυρωδιά του άλλου, αλλά ούτε και τη δική τους πολλές φορές. Όχι όμως στη Λου. Και στα κατοικίδια.
Η Λου ζούσε με ένα σκύλο.
Κάθε μέρα τον έπαιρνε και πήγαιναν βόλτα σε πάρκα και πλατείες, σε δρόμους και σε γειτονιές, για να ανακαλύψουν κρυμμένες αλήθειες. Στην αναζήτησή τους αυτή συνεργάζονταν θαυμάσια, μια και ο σκύλος έβρισκε την κατεύθυνση και η Λου την αλήθεια.
Εκείνη τη μέρα βρέθηκαν μπροστά σε μια ζητιάνα, που παρά την έντονα άπλυτη μυρωδιά της, μύρισε και στους δυο τους πολύ όμορφα, έκρυβε μια αθώα και αγνή ευωδιά, όπως αυτή που έχουν τα μωρά.
Την πλησίασαν, ο ένας κουνώντας την ουρά και η άλλη κουνώντας το χέρι.
Η ζητιάνα δεκάρα δεν έδωσε στις φιλικές τους διαθέσεις και έκανε αυτό που κάνουν όλοι οι ζητιάνοι. Ζήτησε χρήματα.
Η Λου πάντα έδινε ότι της ζητούσαν, αν της το ζητούσαν και αν είχε, γιατί για να ζητάει κάποιος κάτι θα έχει τους λόγους του.
Έβγαλε από το πορτοφόλι της μερικά κέρματα και τα έδωσε στη ζητιάνα χαμογελώντας.
Εκείνη της αράδιασε μερικές τυπικές θρησκευτικές ευχές και έστρεψε το βλέμμα στον επόμενο πελάτη της.
Η Λου κοντοστάθηκε, παρατηρώντας το σκύλο που επέμενε να μυρίζει τη ζητιάνα και να κουνάει την ουρά. Εμπιστευόταν πάντα την κρίση του, κι εδώ κάτι υπήρχε.
«Σε συμπάθησε» είπε στη ζητιάνα.
«Με μύρισε!» της είπε εκείνη «ξέρεις, τα σκυλιά ξέρουν ποιοι είναι καλοί άνθρωποι»
«Ναι, το ξέρω – απ’ότι φαίνεται λοιπόν είσαι καλός άνθρωπος εσύ» και της έκλεισε το μάτι.
«Σκατά στα μούτρα μου είμαι» ομολόγησε η ζητιάνα «αυτή η καλοσύνη μ’έφαγε και βρίσκομαι τώρα στους δρόμους»
«Ίσως γιατί δεν ήσουν τόσο καλή με τον εαυτό σου» είπε η Λου σοβαρεύοντας.
«Ακριβώς έτσι!» παραδέχτηκε η ζητιάνα «γι’αυτό κι εσύ κορίτσι μου να προσέχεις, μην κάνεις το ίδιο λάθος, να ζήσεις τη ζωή σου όπως θες και να μη δίνεις λογαριασμό σε κανένα»
«Ευχαριστώ!» είπε η Λου φεύγοντας και φώναξε το σκύλο να την ακολουθήσει.
«Περίμενε!» φώναξε η ζητιάνα «έλα πίσω, έχω να σου πω»
Η Λου πλησίασε και η ζητιάνα της άρπαξε το χέρι. «έχεις γερά χέρια» της είπε «νευρικά και δυνατά, σχεδόν αντρικά»
«Ε… ναι» κόμπιασε για λίγο, μια και δεν της είχε πει ξανά κανείς για τα χέρια της.
«Για να δω…χμ.. όπως το υποψιάστηκα» είπε η ζητιάνα κοιτώντας την παλάμη της και αμέσως μετά τα μάτια της.
«Ανησυχείς. Δεν πρέπει. Συνέχισε όπως είσαι και μη σκοτίζεσαι. Θα σε πλησιάσει κάποιος από τη μυρωδιά σου, όπως κάνει ο σκύλος σου. Θα είναι δυνατός και αδύνατος και θα σου δώσει μεγάλη χαρά. Βοήθησέ τον να σε βρει. Όσο τα πράγματα είναι ανακατεμένα γύρω σου, τον μπερδεύεις, γιατί σε ψάχνει ήδη. Βάλ’τα στη θέση τους. Μη βιαστείς όμως, πάρε το χρόνο σου. Έρχονται και Χριστούγεννα.»
Η Λου έμεινε άναυδη. Παρά τα φαινομενικά ασυνάρτητα λόγια, είχε καταλάβει ακριβώς τι της έλεγε. Πήρε διακριτικά το χέρι της και αποχαιρέτισε τη ζητιάνα.
Προχώρησε το δρόμο της και κοίταξε τον ουρανό.
«Αυτό δεν το είχα σκεφτεί, πρώτη φορά με προειδοποιείς» είπε σε ένα αόρατο κάποιον που στεκόταν από πάνω της.
«Θα ήταν θαυμάσιο να βρεθεί στο δρόμο μου κάποιος που αγαπάει κι εμπιστεύεται τη δική του μύτη, που μπορεί και μυρίζεται. Και σίγουρα κάποιος που δεν μπερδεύει τη μύτη του με άλλα όργανα που προεξέχουν από το κορμί του. Με κάποιον σαν αυτόν θα ήθελα να περπατήσω. Θα κάναμε μια Μυτική Εταιρία» γέλασε με τη σκέψη της και φώναξε το σκύλο:
«Έλα, έλα, θα σου πω κάτι, αλλά μην το πεις πουθενά, θα είναι το μικρό μας μυτικό!» είπε, ρούφηξε τη μύτη της με νόημα και προχώρησε χαμογελώντας.

Advertisements

2 thoughts on “Μυτική ιστορία

  1. Ευτυχώς ξαναφάνηκες! 😉
    Καλά το μυρίστηκα, παρόλο το διάφραγμα του αριστερού μου ρουθουνιού, μεγάλη υπόθεση η όσφρηση, σίγουρα η Λου βρήκε το νέο μέλος τής υπέροχης Μυτικής Εταιρίας! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s